Αιώρηση

 
 

του Θάνου Κωνσταντινίδη

 
 

Στον ουρανό οι δυνατότητες

είναι μόνο συναρπαστικές.

Καθώς κρεμόμουνα στον αέρα

κρατημένος από ένα κάτασπρο σύννεφο

σε μυθική οθόνη της φαντασίας

παρατηρούσα τις τιμές

των στοιχείων του αίματός μου

κι άκουγα μιαν εκθαμβωτική μουσική πράξη

σχεδόν εξωανθρώπινη

προς τ΄αριστερά στο γεωγραφικό χάρτη

στο σημείο που βρίσκεται το βουνό Τρόμος

τυλιγμένο πάντοτε μ’  αστραπές

και έκπαγλες καταιγίδες.

Εκεί ανέβηκα μια φορά.

Εκεί πρωτάκουσα το τραγούδι

που έλεγε: ανήκουμε στα νερά.

Κι από την άλλη έλαμπε ο Εκκλησιαστής.

Από καιρό γνώριζα πως το αίμα

περιέχει όλο το μυστήριο

που δίνεται με σημάδια

στον ανθρώπινο νου και πλήρη ασυνέχεια.

Μήπως η κυκλοφορία;-

διερωτήθηκε ο λαμπρός παθολόγος.

Και αιφνιδίως

ήρθε στο μυαλό μου ο Λεονάρντο

που ήξερε θεσπέσιες ειδήσεις απ’ το σώμα.

 
 

*29 Αυγούστου 1990, το τελευταίο ποίημα του Νίκου Καρούζου, γραμμένο στο νοσοκομείο «Υγεία», ένα μήνα πριν από το θάνατό του (πηγή: hartismag.gr, περιοδικό λόγου και τέχνης Χάρτης, 24, Δεκέμβριος 2020, αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο)

 
 

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Ιουλίου 1926.

Ο πατέρας του, δάσκαλος στρατευμένος στο ΕΑΜ, υπέστη διώξεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.

Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ.

Οι σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών δεν έμελλε να περατωθούν εξαιτίας της πολιτικής του δράσης και της απορρόφησής του από την ποιητική δημιουργία.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ο Καρούζος εξορίστηκε στην Ικαρία (1947).

Το 1951 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο, απ’ όπου πήρε απολυτήριο το 1953, έχοντας υποστεί νευρικό κλονισμό.

Ο Καρούζος νυμφεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε μαζί λίγους μόλις μήνες, και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη (χώρισαν το 1980).

Από το 1981 έως το τέλος της ζωής του σύντροφός του ήταν η ζωγράφος Εύα Μπέη.

Ο Καρούζος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων το 1949, με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Η επιστροφή του Χριστού» εκδόθηκε το 1954.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές «Η έλαφος των άστρων» (1962), «Ο υπνόσακκος» (1964) και «Πενθήματα» (1969).

Ο Καρούζος συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τραμ, Τομές, Το Δέντρο, Η λέξη κ.ά.

Τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Ο Νίκος Καρούζος απεβίωσε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, έχοντας αντιμετωπίσει επί μακρόν σοβαρά προβλήματα υγείας.

 
 

Για τον Νίκο Καρούζο έγραψαν τα εξής (πηγή: greek-language.gr):

Από όλους τους ποιητές […] της μεταπολεμικής γενιάς, αυτός που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την ένταξή του σε κάποια κατηγορία ή ομάδα είναι ο Νίκος Καρούζος. Υποστηρικτής της Αριστεράς κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου πολέμου και για καιρό αργότερα, ο Καρούζος απέφυγε τη φανερή δέσμευση και την ανοικτή, δημόσια έκφραση, που υιοθέτησαν τόσοι σύγχρονοί του σοσιαλιστές. Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του αποκήρυξε το Μαρξισμό στο σύνολό του: «ο καπιταλισμός έκανε ζώο τον άνθρωπο, ο μαρξισμός έκανε ζώο την αλήθεια». Η σχέση του με τον Υπερρεαλισμό είναι επίσης θολή και έχει προκαλέσει ζωηρά και διιστάμενα σχόλια. Εξάλλου, ο Καρούζος έχει ποικιλοτρόπως χαρακτηρισθεί: άλλοτε ως θρησκευτικός, και άλλοτε ως φιλοσοφικός ποιητής. Πάντως, αν και συχνά αναφέρεται στην ορθόδοξη παράδοση, αυτό που φαίνεται να γυρεύει ο Καρούζος είναι μάλλον η βουβή κατάδυση στον κόσμο των υπαρκτών αντικειμένων παρά η υπέρβασή του.

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Καρούζος διέγραφε πορεία όλο και πιο μοναχική. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι στην αρχή της καριέρας του η πίστη του στην προσωπική τέχνη του ποιητή ήταν, αν και ταπεινή, ακλόνητη, πολύ περισσότερο μάλιστα από πολλούς συγχρόνους του. […]

(Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφρ Ευαγγελία Ζουργού – Μαριάννα Σπανάκη, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, 260-261)

 
 

[…] Οι χαμηλές θερμοκρασίες, πάντως, δεν ευνοούνται από την ανάγνωση της ποίησής του κι αυτό πιθανόν αποτελεί ένα από τα προβλήματα στο έργο του. Η άλλη μεγάλη αδυναμία του, εντός κι εκτός εισαγωγικών, είναι οι ζωηρές του διαθέσεις απέναντι στη θεωρία. Συχνά η ποιητική του «υπονομεύεται» από ιδέες και σχήματα που απορρέουν από τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία, τη λογική, τη φυσική ή τη μεταφυσική. Παρά ταύτα το ποιητικό χάρισμα του Καρούζου είναι δαιμονικό. Οι καλές συνθέσεις του, για πολλούς αξιόλογους ποιητές της γενιάς του και για άλλους διασημότερους, θα αποτελούσαν καυχήματα. Κι ίσως, ακόμη, δικαιούμαστε να παρατηρήσουμε ότι οι μεγάλες στιγμές του συναριθμούνται άνετα στις κορυφώσεις της ελληνικής ποίησης για τον 20ό αιώνα.

(Νίκος Κουφάκης, «Ο Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσας στα νέφη», περ. Το δέντρο, τχ. 177-178, χειμώνας 2010, 63)

 
 

Ο Καρούζος απαιτεί από τον αναγνώστη γνώσεις που έχουν απολεσθεί σε καιρούς εκκοσμικευμένης παιδείας όπως είναι οι δικοί μας. Και με όλη του τη λαχτάρα να συναντηθεί με τον συνομιλητή του, τολμά να τον προκαλέσει: «Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε / παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων / ή έστω μνημόσυνα», γράφει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής Πενθήματα (1969).

(Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 499-500)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο