[…] Το ουσιαστικό σημείο είναι ότι κανένα από αυτά τα σοσιαλδημοκρατικά πειράματα δεν έφερε μια ουσιαστική υπέρβαση του καπιταλισμού ούτε και μια ουσιαστική υπέρβαση εκείνης της καθοριστικής πλευράς του σύγχρονου καπιταλισμού που συνίσταται στην κυριαρχία των μεγάλων οικονομικών και χρηματοοικονομικών συγκεντρώσεων. Είναι μάλιστα αλήθεια ότι και σε κάποιες χώρες όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι στην εξουσία εδώ και δεκαετίες υπάρχουν όλα τα τυπικά σημάδια της θεμελιακής κρίσης των «νεοκαπιταλιστικών» κοινωνιών, των κοινωνικών δομών που δημιουργήθηκαν από τον λεγόμενο «ώριμο» καπιταλισμό. Αυτό σημαίνει ότι εκείνα τα πειράματα έχουν παραμείνει από την εδώ πλευρά, στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος. […]

Επομένως, οι δρόμοι δεν μπορεί να είναι αυτοί της σοσιαλδημοκρατίας. Όμως δεν είναι δυνατόν να είναι ούτε αυτοί που ακολουθήθηκαν από τα κομμουνιστικά κόμματα σε άλλες χώρες της Ευρώπης ή της Ασίας. Σε αυτές τις χώρες, η άνοδος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων τάξεων στην πολιτική διοίκηση της κοινωνίας και του κράτους, η αρχή της εμπειρίας της οικοδόμησης σοσιαλιστικών κοινωνιών, συνέβησαν εκκινώντας από οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις ιδιαίτερης καθυστέρησης και από πολιτικές συνθήκες που χαρακτηρίζονταν, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, από ελλιπείς φιλελεύθερες και δημοκρατικές παραδόσεις. Αφού όμως παρατηρήσουμε αυτό, όλοι οι κομμουνιστές –και πιστεύω όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και το πιο προοδευτικό κομμάτι των εργαζομένων, των αντιφασιστών, των δημοκρατικών– δεν μπορούν να ξεχάσουν τι συνέβη στη σοβιετική Ρωσία, με την Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν έσπασε για πρώτη φορά η αλυσίδα της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας σε όλο τον κόσμο, δεν μπορούν να ξεχάσουν και δεν ξεχνάνε ότι παραμένει ένας ακρογωνιαίος λίθος της Ιστορίας της ανθρωπότητας ο καθοριστικός ρόλος και η συνεισφορά –ίσως η υψηλότερη– θυσιών και αίματος της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών. […]

Παρ’ όλα αυτά, έχουμε επίγνωση των ορίων, των επικριτέων και αρνητικών πλευρών που υπάρχουν και σε αυτές τις εμπειρίες, ιδιαίτερα όσον αφορά τα πολιτικά τους καθεστώτα, εφόσον περιορίζουν μια σειρά ελευθερίες. Βλέπουμε ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την οπτική που έχουμε για τον σοσιαλισμό ως πληρότητα όλων των ελευθεριών του ανθρώπου. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε αυτές τις εμπειρίες μη εφαρμόσιμες, μη χρησιμοποιήσιμες στις χώρες της καπιταλιστικής Δύσης, δηλαδή σε χώρες οικονομικά και βιομηχανικά ανεπτυγμένες και με ριζωμένες δημοκρατικές παραδόσεις, σε χώρες –και αυτή είναι η περίπτωση που είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Ιταλία– στις οποίες ήταν ακριβώς η εργατική τάξη αυτή που έγινε φορέας και κήρυκας της δημοκρατίας, της υπεράσπισής της και της ανάπτυξής της, της διεύρυνσης όλων των ελευθεριών, όλων των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

*Από το βιβλίο «Ενρίκο Μπερλινγκουέρ: Μια άλλη ιδέα για τον κόσμο», εκδόσεις Νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς (πηγή: avgi.gr).

 
 

Σχεδόν αμέσως μετά το αιματηρό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή το Σεπτέμβριο του 1973, που ανέτρεψε το χιλιανό πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε και σηματοδότησε την ήττα του δημοκρατικού σοσιαλισμού στη χώρα, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο επικεφαλής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ), του μεγαλύτερου τότε κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης (με ποσοστά που κυμαίνονταν στη ζώνη του 30%), δημοσίευσε τρία άρθρα στην επιθεώρηση Rinascita.

Στρατηγικός πυρήνας των εν λόγω άρθρων του Μπερλινγκουέρ, που έμελλε να αλλάξουν την ιστορική πορεία του ΙΚΚ και των αντίστοιχων κομμάτων στην Ευρώπη, ήταν ο περιβόητος «ιστορικός συμβιβασμός» (compromesso storico), δηλαδή η οικοδόμηση ευρύτατων συμμαχιών του ΙΚΚ με τους σοσιαλιστές και τους καθολικούς, ώστε να επιτευχθεί η απαγκίστρωσή του από τη «στρατηγική της έντασης» που προωθούσαν οι νεοφασίστες, να τερματιστεί ο αποκλεισμός του από την εξουσία και να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του σε ένα κυβερνητικό σχήμα προς ενίσχυση και μεταρρύθμιση του δημοκρατικού κράτους.

 
 

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε (δεξιά) και ο Αουγκούστο Πινοσέτ

 
 

Ο ίδιος ο Μπερλινγκουέρ υποστήριζε επί του προκειμένου τα εξής:

«Η αντιπαράθεση και η μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα που έχουν βάση μέσα στον λαό, και από τα οποία σημαντικές μάζες του λαού αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται, οδηγούν στη ρήξη, στον κυριολεκτικό διχασμό της χώρας, που θα ήταν μοιραίος για τη δημοκρατία και θα παρέσυρε τα ίδια τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους.

Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, πάντα πιστεύαμε, και σήμερα η εμπειρία της Χιλής μάς ενισχύει αυτή την πεποίθηση, πως η ενότητα των κομμάτων, των εργαζομένων και των δυνάμεων της Αριστεράς δεν αρκεί για την εγγύηση της προστασίας και της προόδου της δημοκρατίας, όταν βρεθούν αντιμέτωπες με έναν άλλο συνασπισμό κομμάτων, που εκτείνεται από το Κέντρο μέχρι την Άκρα Δεξιά.

[…] Θα ήταν εντελώς απατηλό το να σκεφτεί κανείς, ακόμα κι αν τα κόμματα και οι δυνάμεις της Αριστεράς κατόρθωναν να φθάσουν το 51% των ψήφων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης (πράγμα που από μόνο του θα ήταν ένα πελώριο προχώρημα στον συσχετισμό δυνάμεων στην Ιταλία), πως ένα τέτοιο ποσοστό θα επαρκούσε δήθεν για την επιβίωση και την επιτυχία της κυβέρνησης που θα εξέφραζε μια παρόμοια πλειοψηφία.

Να γιατί εμείς μιλάμε όχι για μια αριστερή εναλλακτική λύση, αλλά για μια δημοκρατική εναλλακτική λύση, δηλαδή για την πολιτική προοπτική της συνεργασίας και της συνεννόησης των λαϊκών δυνάμεων, κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής έμπνευσης, με τις λαϊκές δυνάμεις, καθολικής έμπνευσης, χωρίς βέβαια να εξαιρούνται και άλλοι, δημοκρατικοί πολιτικοί σχηματισμοί».

Για το ίδιο ζήτημα, την τραγωδία στη Χιλή και την επιλογή της λύσης του «ιστορικού συμβιβασμού» εκ μέρους του Μπερλινγκουέρ, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης έγραφε το καλοκαίρι του 2014 στην «Αυγή» τα εξής:

«Ο Μπερλινγκουέρ, απορρίπτοντας ουσιαστικά τη λενινιστική αντίληψη περί εφόδου στην εξουσία, παίρνει μαθήματα από την τραγωδία της Χιλής και καταλαβαίνει ότι πρέπει να διεκδικήσει την εξουσία μονάχα αν έχει την υποστήριξη ενός πλατιού κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ, ενός μπλοκ που πρέπει να συγκροτείται τόσο από τα ψηλά όσο και από τα χαμηλά. Η ηθελημένη επιλογή της λέξης συμβιβασμός, που τόσο τάραξε –και, φευ, εξακολουθεί να ταράζει– τους αριστεριστές και σταλινικούς κάθε είδους, άνοιξε νέους δρόμους στη σκέψη και στην αντίληψη για μια σύγχρονη, ανανεωτική και ανανεωμένη αριστερά […]».

 
 

Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (Enrico Berlinguer), γενικός γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το Μάρτιο του 1972 έως τον Ιούνιο του 1984, υπήρξε ο εισηγητής του όρου «ιστορικός συμβιβασμός».

Αντιμετωπίζοντας το μείζονος σημασίας πολιτικό δίλημμα «κυβέρνηση της Αριστεράς ή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με την Αριστερά», ο «γκουρού του ευρωκομμουνισμού» προέκρινε τη λύση της συνεργασίας και της συνεννόησης, των τολμηρών συγκλίσεων και των υπερβάσεων.

Ο Μπερλινγκουέρ, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Σάσαρι της Σαρδηνίας στις 25 Μαΐου 1922, απεβίωσε συνεπεία εγκεφαλικής αιμορραγίας στις 11 Ιουνίου 1984, στην Πάντοβα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο