Υπάρχει όμως κι ένας άλλος, βαθύτερος, λόγος, γράφει στο περιοδικό The New Criterion ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζέραλντ Φροστ: οι αντιφάσεις του χαρακτήρα του. Η ηθική του ακεραιότητα είναι αδιαμφισβήτητη. Συνοδευόταν όμως από ένα πείσμα, και συχνά μια σύγχυση.

Ο Οργουελ ήταν ένας σοσιαλιστής διανοούμενος που επέκρινε με δριμύτητα την υποκρισία, όπως και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, που επιδείκνυαν συχνά οι σοσιαλιστές διανοούμενοι της εποχής του. Ενας πατριώτης που περιφρονούσε τους περισσότερους θεσμούς της χώρας του. Ενας παθιασμένος υπερασπιστής της ιστορικής αλήθειας που δεν δίσταζε να γράφει με ψευδώνυμο και κατά καιρούς να λέει ψέματα. Ενας φανατικός υπέρμαχος της common decency (δυο λέξεις που παραπέμπουν στην ευπρέπεια, την εντιμότητα, την ευαισθησία του καθημερινού ανθρώπου) που υποστήριζε υποθέσεις οι οποίες, αν επικρατούσαν, αυτή την decency θα την πετούσαν στα σκουπίδια. Ενας άθεος που ήθελε την κηδεία του να την κάνει η Αγγλικανική Εκκλησία και να ταφεί σε ένα συνοικιακό ενοριακό κοιμητήριο.

Δεν είναι σαφές αν ο ίδιος συνειδητοποιούσε αυτές τις αντιφάσεις, γράφει ο Φροστ. Είναι εκείνες όμως που εξηγούν το φαινομενικά παράδοξο γεγονός να τον διεκδικούν όλα τα ιδεολογικά στρατόπεδα, οι συντηρητικοί και οι ριζοσπάστες, οι σοσιαλιστές και οι ακραίοι φιλελεύθεροι, οι πατριώτες και οι κοσμοπολίτες. Ολοι τον θεωρούν σχεδόν δικό τους. «Σχεδόν»: επειδή οι περισσότεροι από τους θαυμαστές του θεωρούν ότι αν είχε συλλάβει πλήρως τις συνέπειες εκείνου του μέρους του έργου του με το οποίο τυχαίνει να συμφωνούν, τότε θα ήταν ο απόλυτος θεός τους.

Το γεγονός που διαμόρφωσε την πολιτική συνείδηση του Οργουελ, και τον έκανε να γράψει τα γνωστότερα βιβλία του, ήταν η συμμετοχή του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Δεν μπορούσε να ενταχθεί στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, επειδή ο γενικός γραμματέας του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος δεν τον εμπιστευόταν και δεν του έδωσε τις διαπιστεύσεις που χρειαζόταν. Ταξίδεψε έτσι μόνος του στη Βαρκελώνη και χάρις σε μια συστατική επιστολή από το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα εντάχθηκε στο Poum (Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης). Δεν γνώριζε τίποτα για την ισπανική ιστορία. Δεν μιλούσε ισπανικά. Δεν ήξερε καν βασικά πράγματα για τη σύγκρουση που παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Ηθελε απλώς να εξιλεωθεί για το ότι είχε υπηρετήσει ως αστυνομικός της αποικιοκρατικής Αγγλίας στη Βιρμανία. Θεωρούσε τον εαυτό του «πράκτορα του ιμπεριαλισμού». Και ήθελε να δείξει έμπρακτα τη μετάνοιά του υποστηρίζοντας τους εργάτες και την common decency.

Στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας είδε «την εργατική τάξη καβάλα», όπως έγραψε, και ενθουσιάστηκε. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με επαναστατικές αφίσες, οι ιδιωτικές συγκοινωνίες είχαν καταργηθεί, η αστική τάξη είχε εξαφανιστεί, όλοι φορούσαν ρούχα της εργατικής τάξης ή τη στολή της πολιτοφυλακής. Ηταν «αλλόκοτο και συγκινητικό». Κάτι για το οποίο άξιζε χωρίς αμφιβολία να αγωνιστεί.

Εμεινε στο μέτωπο της Αραγκόν για 118 ημέρες. Κι όταν επέστρεψε, βρώμικος κι αξύριστος, στη Βαρκελώνη, βρήκε μια άλλη πόλη. Οι επαναστατικές αφίσες είχαν εξαφανιστεί. Οι γνώριμες διαιρέσεις μεταξύ πλουσίων και φτωχών, μεσοαστών και εργατών, είχαν επιστρέψει. Και οι σύντροφοι του Οργουελ στο Poum, που ονειρεύονταν την κοινωνική και πολιτική επανάσταση, κινδύνευαν: το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ήλεγχε την κυβέρνηση, είχε πάρει γραμμή από τη Μόσχα ότι η επανάσταση δεν ήταν επιθυμητή καθώς θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχία του πολέμου κατά του Φράνκο. Το Poum έπρεπε λοιπόν να δυσφημιστεί, να καταγγελθεί ότι είχε συμμαχήσει με τους φασίστες.

Ο Οργουελ δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του. «Είδα να περιγράφονται σκληρές μάχες σε μέρη όπου δεν είχε γίνει τίποτα και να επικρατεί σιωπή εκεί όπου εκατοντάδες άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Είδα μαχητές που είχαν πολεμήσει γενναία να καταγγέλλονται ως δειλοί και προδότες και άλλους που δεν είχαν διασταυρωθεί ούτε με μια σφαίρα να επαινούνται ως ήρωες υποθετικών θριάμβων». Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο πως η αλήθεια για τον πόλεμο δεν θα γινόταν ποτέ γνωστή. Αλλά πως η ίδια η αντικειμενική αλήθεια είχε χαθεί.

Εκείνος όμως επέμενε πως το διακύβευμα ήταν απλό: «Θα αναγκαστεί ο καθημερινός άνθρωπος να χωθεί πάλι στη λάσπη ή όχι;».

Τζορτζ Οργουελ (1903-1950)

Ενας «συντηρητικός αναρχικός»

Δήλωνε «συντηρητικός αναρχικός». Πήγε στην Ισπανία να πολεμήσει για τον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία. Γρήγορα κατάλαβε, όμως, ότι όποιος και να νικούσε θα επέβαλλε ένα είδος δικτατορίας. Είχε δίκιο λοιπόν – αναρωτιέται ο Τζέραλντ Φροστ – να καλεί τους Ρεπουμπλικανούς να συνεχίσουν να πολεμούν και να πεθαίνουν, παρόλο που αφενός δεν υπήρχε πιθανότητα να νικήσουν και αφετέρου, ακόμη κι αν νικούσαν, δεν θα έφερναν την αταξική κοινωνία για την οποία πολεμούσαν; Του περνούσε από το μυαλό τι θα είχε συμβεί στη Δυτική Ευρώπη αν το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν μια κομμουνιστική κυβέρνηση στη Μαδρίτη με στενούς δεσμούς με τη Μόσχα; Οι άλυτες αντιφάσεις του διαπερνούν όλο το έργο του. Κι εμείς το διαβάζουμε με λαχτάρα ελπίζοντας, ματαίως, ότι κάποια στιγμή θα λυθούν και θα τον τοποθετήσουν οριστικά, αναμφισβήτητα, αδιαπραγμάτευτα, στην πλευρά μας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο