Ηάνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων χτυπά προειδοποιητικά καμπανάκια. Το κύμα ανόδου των επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, εξαιτίας του κλίματος ανησυχίας που επικρατεί στις αγορές ότι το φθηνό και άφθονο χρήμα σήμερα θα φέρει πληθωρισμό αύριο, έχει εξαπλωθεί στην Ευρώπη, αγγίζοντας και την Ελλάδα. Το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου του ελληνικού Δημοσίου έχει ανέβει ξανά στα επίπεδα του 1% έχοντας, μάλιστα, ξεπεράσει και το επίπεδο αυτό τις προηγούμενες ημέρες.

Βεβαίως το κόστος δανεισμού της χώρας εξακολουθεί να είναι χαμηλό και διαχειρίσιμο και δεν ανατρέπει τον μακροχρόνιο σχεδιασμό για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Οι εξελίξεις, όμως, στις διεθνείς χρηματαγορές δείχνουν πόσο ραγδαία μπορεί να μεταβληθεί προς το χειρότερο η κατάσταση, ιδίως όταν οι κεντρικές τράπεζες αποφασίσουν στο μέλλον να αποσύρουν σταδιακά την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων και της άπλετης ρευστότητας μπροστά στην απειλή του πληθωρισμού.

Στην περίπτωση αυτή το κόστος θα είναι βαρύ για τις πιο αδύναμες οικονομίες με τα υψηλότερα χρέη. Μια από αυτές θα είναι και η χώρα μας. Το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει, ήδη, υπερβεί το 207% του ΑΕΠ λόγω των αλλεπάλληλων πακέτων μέτρων στήριξης και των επιπτώσεων που προκαλεί στην οικονομία η υγειονομική κρίση. Θα πει κάποιος ότι και οι άλλες χώρες στο ίδιο καζάνι βράζουν. Με τη διαφορά, ότι δεν έχουν το ίδιο επίπεδο δημόσιου χρέους με την Ελλάδα. Το πρόβλημα, εξάλλου, δεν είναι μόνο δημοσιονομικού επιπέδου, αφορά την οικονομία στο σύνολό της. Μια αύξηση στο επιτόκιο δανεισμού του ελληνικών κρατικών ομολόγων, χτυπά αμέσως το κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών. Κάτι τέτοιο, σε μια περίοδο που οι ελληνικές τράπεζες προγραμματίζουν εξόδους στις αγορές για την ενίσχυση των κεφαλαίων τους συνιστά σοβαρή απειλή.

Ολα αυτά, στο θολό και απρόβλεπτο τοπίο της πανδημίας προδιαγράφουν τον δύσκολο δρόμο που έχει μπροστά της η χώρα μας. Πρέπει και να βγει από το τούνελ της πανδημίας με τις λιγότερες δυνατές ανθρώπινες απώλειες και να διαχειριστεί ένα επικίνδυνο οικονομικό περιβάλλον. Εχει μπροστά της μια πορεία σε ναρκοπέδιο. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλες οικονομίες, ισχυρότερες από τη δική μας προετοιμάζονται από σήμερα για να μη βρεθούν σε αδιέξοδο αύριο. Ο προϋπολογισμός που κατέθεσε ο βρετανός υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ αποτελεί μια τέτοια προσπάθεια. Ενώ προβλέπει συνέχιση των μέτρων στήριξης για όσο χρειασθεί, θέτει χρονοδιάγραμμα για μειώσεις δαπανών και αυξήσεις φόρων τα επόμενα χρόνια ώστε να περιορισθεί το έλλειμμα στο 1 δισ. στερλίνες το 2025-26 από τα 37 δισ. λίρες που θα έφθανε χωρίς τα μέτρα. Και να σκεφθεί κανείς ότι το χρέος της Μ. Βρετανίας αυξήθηκε στο 97% από 73% που ήταν πριν από την πανδημία. Δεν είναι, δηλαδή, στα επίπεδα του 200% της Ελλάδος. Βεβαίως, στη χώρα μας δεν υπάρχουν περιθώρια για αυξήσεις φόρων, υπάρχουν όμως περιθώρια για ανακατανομή δαπανών, για σοβαρή περιστολή της φοροδιαφυγής και για ένα συνεκτικό σχέδιο άμεσης αναπτυξιακής απόδοσης από τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η Ελλάδα πρέπει από σήμερα, κιόλας, να στείλει σήματα στις αγορές ότι διαθέτει σχέδιο για την επόμενη μέρα. Και αυτή είναι, μαζί φυσικά με τη διαχείριση της πανδημίας, η μεγάλη ευθύνη της κυβέρνησης σήμερα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο