Σ’ ένα κρίσιμο ερώτημα πρέπει να απαντήσουμε ως κοινωνία σήμερα για να μη βρεθούμε με το πιστόλι στον κρόταφο αύριο: Σε ποια κατάσταση θέλουμε να βρίσκεται η ελληνική οικονομία την επόμενη μέρα, όταν θα έχει περάσει η περιπέτεια του κορωνοϊού, η ΕΚΤ θα επανεξετάζει την πολιτική του φθηνού χρήματος, τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων θα είναι υψηλότερα και η χώρα μας θα πρέπει να δανείζεται από τις αγορές για να εξυπηρετεί τις ανάγκες της; Υπάρχουν δύο σενάρια. Το καλό και το κακό.

Στο καλό σενάριο, η ελληνική οικονομία θα βγαίνει στο ξέφωτο με υψηλότερο δημόσιο χρέος, έλλειμμα και μεγάλες απώλειες, αλλά ο λογαριασμός των επιπτώσεων δεν θα απέχει από τον μέσο όρο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η Ελλάδα, παρά τη μεγάλη δημοσιονομική εκτροπή και τη βαθιά ύφεση που υπέστη το 2020, θα έχει επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2021 και δεν θα έχει φτάσει στο σημείο να είναι μια κατηγορία μόνη της, δακτυλοδεικτούμενη, ξανά, από τους εταίρους της και στο στόχαστρο των αγορών. Η κατάσταση θα θεωρείται διαχειρίσιμη και η χώρα μας θα εξακολουθήσει να δανείζεται απρόσκοπτα.

Το κακό σενάριο προβάλλει μια κατάσταση πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού, με το δημόσιο χρέος να κινείται ανεξέλεγκτα, το έλλειμμα του προϋπολογισμού στα ύψη και την οικονομία γονατισμένη από την ύφεση για δεύτερη χρονιά το 2021, ύστερα από τη βουτιά 10% που σημείωσε το 2020. Μια οικονομία στην κατάσταση αυτή και χωρίς τα ομόλογά της να αξιολογούνται με επενδυτική βαθμίδα θα κινδυνεύει, ανά πάσα ώρα και στιγμή, να βρεθεί στο στόχαστρο των αγορών.

Δυστυχώς, στο σημείο αυτό, δεν θα μετρήσει αν η Ελλάδα είχε καλές επιδόσεις στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, αν εφάρμοσε αυστηρότερα lockdown απ’ ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες (που το έκανε) και αν, αναλογικά, είχε τον μικρότερο αριθμό ανθρώπινων απωλειών. Θα μετρήσει ο νόμος της αγοράς. Αν, εξαιτίας της κατάστασης αυτής, το ρίσκο της χώρας θεωρηθεί υψηλό και τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων εκτοξευθούν στα ύψη, ένα νέο Μνημόνιο θα βρίσκεται προ των πυλών. Παρατηρούμε σήμερα πόσο εύκολο είναι να αντιστραφεί το κλίμα στις διεθνείς αγορές, όπου οι επιπτώσεις της πανδημίας έχουν εντείνει την ανησυχία, με αποτέλεσμα τα επιτόκια των ομολόγων να αυξάνονται, παρά το φθηνό άπλετο χρήμα που ρίχνουν οι κεντρικές τράπεζες στις οικονομίες.

Είναι προφανής η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο αρχικό ερώτημα. Αλλωστε, ούτε το δημοσιονομικό μαξιλάρι των 32 δισ. ευρώ που χρηματοδοτεί τα μέτρα στήριξης των πληττομένων δεν είναι απεριόριστο. Από αυτά, τα 15,7 δισ. είναι «κλειδωμένα» από τους δανειστές και ένα ποσό γύρω στα 7 δισ. αποτελεί ταμειακό απόθεμα για τρέχουσες πληρωμές του Δημοσίου. Αρα τα 23 δισ. δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Μένουν 9 δισ. μαζί με τον δανεισμό από τις αγορές, την ώρα που το ετήσιο κόστος από τα μέτρα στήριξης που έχουν ληφθεί φέτος υπολογίζεται σε 11,6 δισ. ευρώ. Με δεδομένο ότι ο ρυθμός εμβολιασμού της χώρας βρίσκεται σε μια ρότα, εφόσον αρχίσει να μειώνεται και ο αριθμός των κρουσμάτων, όλα δείχνουν ότι πλησιάζει η ώρα για να ανοίξει η αγορά και όλη η οικονομία. Και να μην ξανακλείσει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο