Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή την εβδομάδα το Ρίο Ντε Τζανέιρο θα γιόρταζε. Οι δρόμοι του θα ήταν γεμάτοι με ντόπιους και τουρίστες που θα είχαν ταξιδέψει μέχρι εκεί για να τιμήσουν το διάσημο καρναβάλι της πόλης, μια παράδοση που χάνεται στα βάθη του 17ου αιώνα, όμως για πρώτη φορά, με εξαίρεση το διάστημα των δύο παγκόσμιων πολέμων, η σημαντικότερη εκδήλωση της πόλης έχει ακυρωθεί. Ήταν η μόνη λογική απόφαση, δεδομένης της εικόνας της πανδημίας στη Βραζιλία. Όμως οι ντόπιοι και οι τουρίστες εξακολουθούν να θρηνούν για την απώλεια της μεγαλύτερης εκδήλωσης που πραγματοποιείται πριν τη Σαρακοστή σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη -και η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ρυθμούς της σάμπα.

Πριν από έναν αιώνα, κανείς δεν θα πίστευε ότι η σάμπα θα καταστεί ταυτόσημη με την πολιτιστική ταυτότητα της Βραζιλίας.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ελίτ του Ρίο ντρεπόταν (και φοβόταν) τους ρυθμούς της, που συνδέονταν με τις αφροβραζιλιάνικες αιρέσεις. Ακόμη και η αστυνομία είχε επιφορτιστεί με τη δίωξη της σάμπα: Οι μουσικοί συχνά συλλαμβάνονταν, και τα όργανά τους έπεφταν στα χέρια των αρχών -ή και καταστρέφονταν-, ενώ οι συγκεντρώσεις τους διακόπτονταν βίαια. Ίσως η παράδοση αυτή να είχε χαθεί, χωρίς την εξυπνάδα και τη διπλωματία μιας επιχειρηματία, πνευματικής οδηγού και ηγέτιδας της κοινότητάς της, γνωστής ως Θεία Κιάτα.

View this post on Instagram

A post shared by Laurence (@lawensss)

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, το Ρίο Ντε Τζανέιρο ήταν μια ακμάζουσα πρωτεύουσα της Λατινικής Αμερικής.

Η δουλειά είχε επισήμως καταργηθεί και η βιομηχανοποίηση της χώρας κινούνταν με όλο και ταχύτερους ρυθμούς. Το Ρίο προσέλκυε Λατινοαμερικάνους ευρωπαϊκής καταγωγής και εργατικής τάξης και Αφροβραζιλιάνους μετανάστες από τη βορειοανατολική πολιτεία Μπάχια, που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή. Η Κιάτα, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Χιλάρια-Μπατίστα ντε Αλμέιδα ανήκε στους τελευταίους. Έφτασε στο Ρίο σε ηλικία 22 ετών το 1876, μετακόμισε σε μια περιοχή που ονομαζόταν Μικρή Αφρική εξαιτίας στην μεγάλη αφροβραζιλιάνικη κοινότητά της και έγινε μια από τις πολλές «θείες» όπως αποκαλούνταν, οι οποίες διαμόρφωσαν την κοινότητα. Ανάμεσά τους και οι θείες Μπεμπιάνα, Αμέλια, Περσιλιάνα και Βεριντιάνα.

Από την Μπάχια, η Θεία Κιάτα έφερε μαζί της την κουλτούρα που είχε κληρονομήσει από τους Αφρικανούς προγόνους της και τη συνήθεια να γιορτάζει τη ζωή ως μορφή αντίστασης.

«Τα πάρτι της κρατούσαν πέντε, καμιά φορά ακόμη και επτά ημέρες, χωρίς διακοπή», εξηγεί στον Guardian η Γκρέισι Μαρί Μορέιρα, η δισεγγονή της Κιάτα και υπεύθυνη από το 2007 του Casa de Tia Ciata, ενός πολιτιστικού ιδρύματος αφιερωμένου στη μνήμη και την κληρονομιά της. Οι επαναστατικές συγκεντρώσεις της Κιάτα μάζευαν κάθε λογής ανθρώπους, από τους Αφροβραζιλιάνους από την Μπάχια μέχρι τους μετανάστες της εργατικής τάξης, είτε αυτοί ήταν Εβραίοι, είτε Άραβες ή Λατινοευρωπαίοι, αλλά ακόμη και τους περίεργους λευκούς της μεσαίας τάξης, τους λεγόμενους Καριόκας. Για την Κιάτα, όλοι οι καλοί χωρούσαν.

Αυτή η μοναδική συνάντηση πολιτισμών, γέννησε ένα είδος αυθεντικής μουσικής έκφρασης, τη λεγόμενη αστική σάμπα του Ρίο (ή σάμπα καριόκα). Στο βιβλίο του «Η Θεία Κιάτα και η Μικρή Αφρική στο Ρίο Ντε Τζανέιρο», ο συγγραφέας Ρομπέρτο Μούρα εξηγεί ότι χάρη στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον του Ρίο, η μαύρη μουσική ανέκαθεν συνομιλούσε με τη δυτική παραδοσιακή μουσικής σε δημοκρατικούς χώρους, όπου συγκεντρώνονταν ομάδες διαφορετικής κοινωνικής και φυλετικής προέλευσης.

Ο κήπος της έγινε φυτώριο καλλιτεχνικών τάσεων, όπου νέοι συνθέτες και νέα κομμάτια της σάμπα αποκτούσαν δημοτικότητα πριν την γέννηση του βραζιλιάνικου ραδιοφώνου.

Η αστυνομία καταδίωκε τους μαύρους μουσικούς και τους πιστούς των αφροβραζιλιάνικων θρησκειών, παρά το γεγονός ότι το σύνταγμα του 1891 υποσχόταν σχετικές ελευθερίες. Η Κιάτα εφηύρε έξυπνους τρόπους για να παρακάμπτει τους διώκτες της, όπως τονίζει η Μορέιρα.

«Ένα πραγματικό πάρτι σάμπα απαιτούσε απαραιτήτως την ύπαρξη τυμπάνων, που πάντα συνδέονταν με αρνητικό τρόπο με τις αφροβραζιλιάνικες θρησκευτικές αιρέσεις. Για αυτό και η Κιάτα τοποθετούσε έξυπνα τους μουσικούς στις πίσω αυλές, που υποτίθεται ότι ήταν το πιο κρυφό και ασφαλές τμήμα του σπιτιού. Στην είσοδο, στο πιο εκτεθειμένο και ορατό σημείο, οι μουσικοί χάλκινων και έγχορδων οργάνων έπαιζαν μουσική «choro» (που δεν συνδεόταν με την υποτιθέμενη «μαύρη μαγεία») και όταν έφτανε η αστυνομία, η Κιάτα υποστήριζε ότι πραγματοποιούσε μια συγκέντρωση choro και έτσι τα πράγματα κυλούσαν ομαλά».

Η σάμπα εξελίχθηκε στην πίσω αυλή της Κιάτα.

Εκεί μπορούσε κανείς να γνωρίσει τους μελλοντικούς γίγαντες του είδους. Η πρώτη επιτυχία της σάμπα που ηχογραφήθηκε ποτέ, το Pelo Telefone του 1916, είχε συντεθεί εκεί. Αντανακλά, όπως εξηγεί στον Guardian η Μορέιρα, την πολιτιστική μείξη εντός του είδους. «Έχει στοιχεία maxixe (ενός είδους εμπνευσμένου από την ευρωπαϊκή πόλκα και το αφροβραζιλιάνικο lundu) και chula (ένος αφρομπάχιου ρυθμού)».

Η σύνθεση αποδίδεται στον Ντόνγκα, τον μουσικό που υπέγραψε το κομμάτι, όμως σύμφωνα με τον Moura, η Κιάτα βοήθησε επίσης στη σύνθεσή του. Η Μορέιρα αναφέρει ότι η προγιαγιά της κρύβεται πίσω από πολλά κομμάτια σάμπα, για τα οποία ακόμη γίνονται έρευνες. Επιπλέον, ήταν εξαιρετικά ταλαντούχα τραγουδίστρια και χορεύτρια: «Έμαθε στον πατέρα μου πώς να χορεύει σε κάθε υποείδος της σάμπα», θυμάται η Μορέιρα, ο πατέρας της οποίας, ο Μπούσι, ανήκει στους ιδρυτές της πρώτης σχολής χορού σάμπα στο Ρίο, της Deixa Falar.

Τα πάρτι της Κιάτα νομιμοποιήθηκαν χάρη σε μια τυχαία συνάντησή της με… τον πρόεδρο της χώρας.

Ως ιέρεια της αφροβραζιλιάνικης θρησκείας Καντόμπλε, έχαιρε μεγάλου σεβασμού για την πνευματική της σοφία. Όταν ο πρόεδρος Βενκεσλάου Μπρας (1914-1918) αναζήτησε θεραπεία για μια μόλυνση στο πόδι του που τον ταλαιπωρούσε καιρό, χωρίς οι γιατροί να καταφέρνουν να τον βοηθήσουν, ένας σύμβουλος τού πρότεινε τις θεραπείες με βότανα της Κιάτα, εξηγεί η Μορέιρα. «Η πληγή που υποτίθεται ότι δεν γινόταν να επουλωθεί, γιατρεύτηκε μέσα σε τρεις ημέρες».

Το κύρος που απέδιδε η κοινότητα στις συγκεντρώσεις της Κιάτα ενισχύθηκε τώρα και σε θεσμικό επίπεδο. Το σπίτι της έγινε γνωστό ως η πρωτεύουσα της Μικρής Αφρικής και έλαβε αστυνομική προστασία, έχοντας καμιά φορά ακόμη και έξι αστυνομικούς να φρουρούν τα πάρτι της. Διακεκριμένοι μουσικοί του Ρίο, που ασχολούνταν με μουσικά είδη που έχαιραν μεγαλύτερου σεβασμού, έπαιζαν στο σπίτι της, ενώ ο Τσικίνια Γκονθάγκα συνέθεσε το πρώτο κομμάτι του καρναβαλιού εκεί, σύμφωνα με τη Μορέιρα.

Η Κιάτα άφησε το σημάδι της και στους εορτασμούς.

Κάθε ράντσο, όπως αποκαλούνταν ως τότε τα μπλόκος -κατά κόσμον υπαίθρια πάρτι του καρναβαλιού- πρώτα περνούσαν από το σπίτι της για να τη χαιρετήσουν, γράφει ο Μούρα: «Ίδρυσε δύο ράντσος, ένα εκ των οποίων είχε στόχο να φέρει την ειρήνη και την αρμονία στην κοινότητα», εξηγεί η Μορέιρα, που πέντε χρόνια πριν ίδρυσε επίσης το δικό της μπλόκο, αποτελούμενο κυρίως από γυναίκες μουσικούς.

Σήμερα, το καρναβάλι του Ρίο είναι μία από τις πιο προβεβλημένες εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο, αποφέροντας ετήσια έσοδα $1 δισεκατομμυρίου για την πόλη. Και παρά το γεγονός ότι σχολές σάμπα ανοίγουν σε όλο τον κόσμο, συχνά οι αφροβραζιλιάνικες ρίζες της χάνονται στην ιστορία, ιδίως καθώς τα μπλόκος γίνονται όλο και πιο λευκά, η περιοχή της παρέλασης πέφτει θύμα gentrification και οι υπερ-συντηρητικοί ευαγγελιστές, με την υποστήριξη του ακροδεξιού προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου καταπνίγουν την αφροβραζιλιάνικη ιστορία.

Ωστόσο, ήταν η Κιάτα, τα ράντσος της και η κοινότητα που οικοδόμησε στη Μικρή Αφρική που δημιούργησε τα θεμελιώδη όργανα της παρέλασης και τη διάσημη χορογραφία που διδάσκουν οι σύγχρονες σχολές σάμπα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο