Ελπίζω ότι δεν είναι υπερβολικά σχολαστική η διάκριση ανάμεσα στους «χρήσιμους ηλίθιους» και στους «ηλίθιους κατ’ επιλογήν». Μας παραπλανά η επιδερμική ομοιότητα: αμφότεροι σε κάποιους χρησιμεύουν, κάποιων τα σχέδια εξυπηρετούν. Ωστόσο, κάπου εδώ ξεκινούν και οι διαφορές τους.

Οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» αξιοποιούνται συνήθως από τρίτους, όχι απαραιτήτως εξίσου ηλίθιους ή και καθόλου, ενώ οι «ηλίθιοι κατ’ επιλογήν» δουλεύουν συνήθως για πάρτη τους και, πέρα από τις βλακείες της δικής τους εσοδείας, δεν υπερασπίζονται περισσότερες ανοησίες από εκείνες που υπερασπίζεται ένας άνθρωπος μέσης νοημοσύνης. Εν συντομία: οι πρώτοι είναι ηλίθιοι, οι δεύτεροι δεν είναι. Εξού και η σκωπτική λαϊκή παραίνεση: «Μην κάνεις τον χαζό». Τουτέστιν; Αναγνωρίζουμε ότι δεν είσαι χαζός, αλλά ότι έχεις λόγους να τον παριστάνεις.

Ο σπουδαίος αυστριακός συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ, στην κλασική πλέον ομιλία του «Περί βλακείας» τον Μάρτιο του 1937, υποστήριξε ότι η τακτική να παριστάνεις τον «ηλίθιο κατ’ επιλογήν» – όπως και τον ομογάλακτό του «ηλίθιο κατ’ ανάγκην» –  ανάγεται στους ζοφερούς χρόνους του Μεσαίωνα.

Εκείνη τη δύσκολη περίοδο, ο εκάστοτε απόλυτος μονάρχης επιθυμούσε να συναγελάζεται έξυπνους ανθρώπους, ώστε να τον ενημερώνουν αξιόπιστα για τα αληθινά αισθήματα των υπηκόων του προς το πρόσωπό του, αλλά όχι και τόσο έξυπνους, ώστε να σχεδιάσουν με επιτυχία το ξεπάστρεμά του στους σκοτεινούς διαδρόμους του παλατιού· από την άλλη πλευρά, εάν ήσουν πραγματικά ηλίθιος, κινδύνευες να σε χλευάσουν μέχρι θανάτου οι πάντες, από τους άρχοντες έως τους συγχωριανούς σου. Ούτε πολύ ξύπνιος, ούτε πολύ βλάκας: η τέχνη του να περνάς απαρατήρητος. «Λάθε βιώσας», όπως συνιστούσε από την αρχαιότητα και ο Επίκουρος.

Στη νεωτερική μας εποχή το «να κάνεις τον χαζό» υπαγορεύεται και από άλλα κίνητρα, εκτός του φόβου για το κεφάλι σου. Πίσω από την επιλεκτική σου ηλιθιότητα μπορεί να κρύβεται η ανησυχία για την επαγγελματική σου σταδιοδρομία ή για τις επιπτώσεις από την απογοήτευση που θα νιώσουν για εσένα εκείνοι που αναμένουν να προσδέσεις την επιστημονική σου αξιοπιστία στο άρμα των θρησκευτικών ή πολιτικών τους προκαταλήψεων.

Η πρόσφατη πανδημία, λόγου χάριν, έθεσε σε δοκιμασία την εμπιστοσύνη μας στη νοημοσύνη ανθρώπων, για την οποία θα βάζαμε μέχρι πρότινος το χέρι μας στη φωτιά. «Αποκλείεται να πιστεύουν αυτά που λένε», ήταν η αυτόματη αντίδρασή μας· «αποκλείεται να ακούν τα αφτιά μας αυτά που γλιστρούν από τα χείλη τους». Φυσικά, κάνουμε λάθος, ειδικά στην περίπτωση των επιστημόνων. Δεν τίθεται η νοημοσύνη τους υπό αμφισβήτηση. Τίθεται το προσωπικό τους θάρρος, σε συνδυασμό με την εγκληματική αδράνεια της κοσμικής πολιτείας να τους προστατεύσει.

Η άτυπη δημόσια μονομαχία τις προάλλες δύο διαπρεπών επιστημόνων κατέδειξε τη φύση του προβλήματος. «Για εκείνους που είμαστε χριστιανοί, η Θεία Κοινωνία είναι μυστήριο», δήλωσε στον ραδιοσταθμό Alpha η καθηγήτρια επιδημιολογίας Αθηνά Λινού· «ένα μυστήριο δεν το ερμηνεύεις με καμιά λογική. Εάν θέλετε την επιστημονική μου γνώμη, δεν έχει γίνει πείραμα για να δούμε αποτελέσματα».

«Μου θυμίζει εκείνο το αστείο», αντέτεινε στην ΕΡΤ ο καθηγητής γενετικής Μανώλης Δερμιτζάκης, «που λέει ότι, προκειμένου να ισχυριστούμε ότι όποιος πέφτει από αεροπλάνο πεθαίνει, πρέπει να ρίξουμε εκατό ανθρώπους με αλεξίπτωτο και άλλους εκατό χωρίς, και να μελετήσουμε κατόπιν τα αποτελέσματα».

Η Ιερά Σύνοδος της Ελλαδικής Εκκλησίας αγνόησε τη βιτριολική απάντηση του Δερμιτζάκη και άδραξε τη δήλωση της Λινού ως «απόδειξη» ότι ο συσχετισμός Θείας Κοινωνίας με κοινό κουταλάκι και μεταδοτικότητας της πανδημίας είναι «αντιεπιστημονικός». Βλέπετε, ο Δερμιτζάκης έχει χιούμορ. Η Ιερά Σύνοδος δεν έχει. Ούτε ο κορωνοϊός.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο