Είναι προφανές πως δύο σχολές σκέψεις κυριαρχούν στην τρέχουσα πολιτική σκηνή, σε σχέση με την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας. Η μία υποστηρίζει πως η Ελλάδα θα πρέπει να ξεκαθαρίσει προς όλους, και προς την Αγκυρα βεβαίως, ποια είναι τα όριά της. Και πως δεν πρόκειται να υποχωρήσει πέρα και πίσω από αυτά. Αυτονόητα αυτό σημαίνει πως η στρατιωτική ρήξη αποτελεί εθνική επιλογή στην περίπτωση που τα όρια αυτά παραβιαστούν.

Η άλλη θεωρεί δεδομένο πως η στρατιωτική ρήξη δεν αποτελεί επιλογή. Αυτό επιδιώκει ο Ερντογάν, επιμένουν, και δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα του. Στόχος μας πρέπει να είναι οι διπλωματικές κινήσεις που μπορούν να τον οδηγήσουν σε διάλογο με τους δικούς μας όρους. Μια σύγκρουση θα μας υποχρέωνε να καθίσουμε σε συζήτηση για όλα τα θέματα. Και θα δικαίωνε τους τουρκικούς σχεδιασμούς.

Το πρόβλημα στο σκεπτικό αυτό είναι πως είναι άγνωστο προς τα πού ακριβώς βαδίζουμε. Αν δεν τεθούν όρια και συνεχίσουμε να υποχωρούμε στις προκλήσεις, με δόγμα τη «μη σύγκρουση», μέχρι πότε θα υποχωρούμε; Η τακτική αυτή δεν περνά απαρατήρητη ούτε από τους αντιπάλους, αλλά ούτε κι από τους τρίτους συμμάχους ή ενδιαφερομένους. Και πού οδηγεί τελικά; Λογικά δεν γίνεται να μην τίθενται όρια. Η Τουρκία στοχεύει στην αναγόρευσή της σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Κι αυτοί που ενοχλούνται από τη στρατηγική αυτή, όπως η Γαλλία, ψάχνουν διεξόδους μέσω κάποιου που θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα της αρνηθεί αυτόν τον ρόλο. Η υποχωρητικότητα σκυθρωπιάζει την προοπτική αυτή.

Ο Ερντογάν δεν θα σταματήσει να κλιμακώνει τις προκλήσεις λόγω κούφιων προειδοποιήσεων της ΕΕ και ξεψυχισμένων δηλώσεων του State Department. Θα έρθει η στιγμή που η υποχωρητικότητα θα μεταφραστεί σε αποδοχή υποτέλειας και σε συνομιλίες για τα πάντα. Η ρήξη τότε θα είναι αδύνατη. Διότι θα οδηγήσει και σε διπλωματική απομόνωση. Αν από τώρα γίνει ξεκάθαρο το σημείο πέραν του οποίου η εμπλοκή θα είναι αναπόφευκτη, ίσως η κατάσταση να εκλογικευθεί. Και η αρθρογραφία πως, πάση θυσία, στόχος πρέπει να είναι ο διάλογος και η «μη εμπλοκή» καλλιεργεί ηττοπάθεια και εθνική περιθωριοποίηση.

Η αντιπαράθεση, εφόσον οι προκλήσεις συνεχισθούν, δεν μπορεί να μην αποτελεί πολιτική επιλογή. Εξάλλου, τα δισ. που δαπανά η χώρα από το υστέρημά της για εξοπλισμούς και για τη συντήρηση των Ενόπλων της Δυνάμεων θα πρέπει κάποτε να πιάσουν τόπο. Για να σε σέβονται θα πρέπει να αρχίσουν να σε υπολογίζουν… Κι αν είσαι συνέχεια απόλυτα υποχωρητικός, ο σεβασμός γίνεται καπνός. Αυτό δεν σημαίνει πως προκρίνεις τον πόλεμο. Δεν μπορείς όμως και να τον αποκλείσεις, αν θίγεται η τιμή και η αξιοπρέπειά σου, εφόσον ο άλλος κλιμακώνει την αλαζονεία και την επιθετικότητά του. Αν κάποιοι θεωρούν την ήττα προεξοφλημένη, τα ίδια εκτιμά και ο εκείθεν του Αιγαίου αντίπαλος. Είναι αδύνατον με τέτοια στάση και ψυχισμό να σταθείς με σοβαρότητα κι αξιοπρέπεια απέναντι στον οποιονδήποτε. Κι αν κάποιοι σε φλερτάρουν με χειρονομίες φιλίας, καλό θα είναι να δείξουν από τώρα τις ουσιαστικές τους διαθέσεις για την περίπτωση πραγματικής ρήξης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο