Ω τάφε μου, νυφιάτικο υπόγειό μου σπίτι,
παντοτινή μου φυλακή, όπου προς τους νεκρούς μου
πορεύομαι αλύπητη, που μέγα πλήθος πήρε
η Περσεφόνη απ’ αυτούς και χάθηκαν για πάντα!
Και τελευταία πια εγώ, χειρότερα απ’ όλους,
θα κατεβώ, πριν να με βρει η μοίρα του θανάτου.
Μα όταν πάω, με κρατεί η ελπίδα πως θα φθάσω
αγαπητή για το γονιό, αγαπημένη κιόλας,
μάνα, από σε, και φίλη σου, καλέ μου αδελφέ μου.
Γιατί, όταν πεθάνατε, με το δικό μου χέρι
σας έλουσα, σας στόλισα, τα νεκρικά τα δώρα
σας πρόσφερα, όπως ταίριαζε· και τώρα, Πολυνείκη,
εσένα νεκροστόλισα και το πληρώνω έτσι.
Κι όμως εγώ σε τίμησα κατά τους μυαλωμένους.
Γιατί ποτέ, για τέκνα μου που μάνα τους θα ήμουν,
είτε κι αν έλιωνε νεκρός ο άνδρας μου, το βάρος
αυτό δε θα το σήκωνα ενάντια στους πολίτες.
Πάνω σε ποια αρχή ορθή στηρίζονται όσα λέω;
Αν πέθαινε ο άνδρας μου, θα ‘παιρνα κάποιον άλλον,
κι αν το παιδί μου έχανα, άλλο θα αποχτούσα·
μ’ αφού ο γονιός κι η μάνα μου χάθηκαν μες στον Άδη,
δε θα μπορούσε αδελφός άλλος πια να βλαστήσει.
Μ’ αυτό το νόμο έβαλα εσένα πάνω απ’ όλους,
μα ο Κρέοντας την έκρινε έγκλημα τέτοια πράξη
και λέει την τόλμη μου φριχτή, μυριάκριβε αδελφέ μου.
Τώρα απ’ τα χέρια μ’ έπιασε και με τραβάει τη δόλια
απάντρευτη, ανύμφευτη, χωρίς χαρά του γάμου
να ‘χω γευτεί κι ούτε παιδιά να έχω αναστήσει·
μα έτσι έρμη, η δύσμοιρη, άφιλη κατεβαίνω
και ζωντανή για των νεκρών τη μαύρη κατοικία.
Όμως ποιον νόμο των θεών έχω παραβιάσει;
Γιατί πρέπει η βαριόμοιρη πια στους θεούς να ελπίζω;
Ποιον να καλέσω σύμμαχο, αφού με την ευσέβεια
την καταδίκη δέχτηκα η μαύρη για ασέβεια;
Μα αν ετούτα οι θεοί τα θεωρούνε δίκια,
παθαίνοντας θα μάθουμε τι κρίμα μας βαραίνει·
κι αν τούτοι εδώ κριμάτισαν, πιότερα ας μην πάθουν
απ’ όσα κάνουνε σ’ εμέ με τόση αδικία.

Απόσπασμα από το Δ’ Επεισόδιο της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή (μτφρ Στ. Μπαζάκου – Μαραγκουδάκη, Dian Books, Αθήνα 1996)

Στη Β’ Σκηνή του Δ’ Επεισοδίου της «Αντιγόνης» η ηρωίδα θρηνεί, καθώς οδηγείται στον υπόγειο τάφο.

Μπροστά μας, απέναντί μας, ξεπροβάλλουν ο θεϊκός και ο ανθρώπινος νόμος, η ευσέβεια και η ασέβεια, το δίκιο και το άδικο.

Η Αντιγόνη αναλαμβάνει την αντίσταση εναντίον του Κρέοντα, εναντίον της ύβρεως, εναντίον της πολιτείας που αγνοεί τους περιορισμούς της και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ανώτατη αξία.

Αυτή υπακούει στον ηθικό νόμο, υποστηρίζει τους αιώνιους νόμους των θεών, που δεν μπορεί να τους αχρηστεύσει καμία ανθρώπινη διαταγή.

Όταν διαβάζουμε τα λόγια της Αντιγόνης, ξανά και ξανά, αντιλαμβανόμαστε –νομίζω– το γιατί μαθαίνουμε Αρχαία Ελληνικά.

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό είχε δώσει με τρόπο ολοκληρωμένο, απλό και συνάμα πειστικό, χωρίς περιττούς λυρισμούς και φιοριτούρες, ο σπουδαίος Γιώργης Γιατρομανωλάκης, σε άρθρο του που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» τον Οκτώβριο του 2004.

Εκεί έγραφε μεταξύ άλλων:

[…] Τι εννοούμε όταν λέμε ότι τα παιδιά μας πρέπει να «μάθουν», να «σπουδάσουν» Αρχαία, δηλαδή αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία; Καλύτερα: για ποιο λόγο «διδάσκουμε» ή «μαθαίνουμε» Αρχαία; (Θέτουμε τα ρήματα σε εισαγωγικά για προφανείς λόγους). Το ερώτημα φαίνεται απλό αλλά, παρά ταύτα, έχει πάρει πολλές, διαφορετικές και κυρίως νεφελώδεις και ακατανόητες απαντήσεις. Όμως, αν ρωτήσουμε κάποιον φοιτητή Ιατρικής γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα (και κατά συνέπεια γιατί ταλαιπωρήθηκε χρόνια στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στα φροντιστήρια και στις πανελλαδικές), οι απαντήσεις που θα λάβουμε θα είναι κατανοητές. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, θα απαντήσουν ότι διάλεξαν την Ιατρική διότι είναι ένα κοινωνικά χρήσιμο επάγγελμα, με κύρος και χρήμα. Οι ανθρωπιστικοί λόγοι που θα επικαλεστούν ορισμένοι είναι στην περίπτωσή τους κατανοητοί. Όμως οι φοιτητές της Φιλοσοφικής δεν μπορούν να απαντήσουν με την ίδια σαφήνεια. Και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αιτιολογήσουν τόσα χρόνια προπαρασκευαστικών σπουδών. Που τελικά δεν θα τους εξασφαλίσουν κάποιο επάγγελμα. Τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Θα υπάρξουν όμως μερικοί που θα επικαλεσθούν (αορίστως) εθνικούς λόγους, τα ελληνικά γονίδια, την αρχαία κληρονομιά κ.λπ. Κάποιοι θα αναφερθούν και στα περίφημα ανθρωπιστικά ιδεώδη κ.λπ. Ύστερα όλοι θα ψάξουν να βρουν πρακτικούς τρόπους να εξοικονομήσουν τα προς το ζην.

Και καλά η απόληξη αυτής της θλιβερής αλυσίδας: να αποφοιτούν κάθε χρόνο χιλιάδες από τις Φιλοσοφικές. Χωρίς σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση. Χωρίς (κι εδώ είναι το τραγικό) να γνωρίζουν και οι ίδιοι τι έχουν σπουδάσει και γιατί έχουν σπουδάσει ό,τι τελοσπάντων έχουν σπουδάσει. Όμως την αρχή αυτής της αλυσίδας, δηλαδή τα παιδιά του Γυμνασίου, πώς την αντιμετωπίζουμε; Με ποιο λογικό επιχείρημα θα τα πείσουμε να αρχίζουν να κλίνουν το λύω και να λένε το νόημα μιας μεταφρασμένης ραψωδίας; Ότι έτσι κάποτε θα βγάλουν λεφτά; Αποκλείεται. Τέτοια οι μαθητές του Γυμνασίου δεν τα χάβουν. Ότι όποιος μάθει Αρχαία γίνεται καλός χριστιανός; Ναι. Ίσως, αρκεί να αποφεύγει τον Αριστοφάνη. Ότι με τα Αρχαία γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι; Αν ίσχυε αυτό, τότε οι καθηγητές Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας θα έπρεπε να είναι οι καλύτεροι άνθρωποι.

Να μη μακρηγορώ. Τη μόνη «λογική» απάντηση γιατί μαθαίνουμε Αρχαία, γιατί τελοσπάντων εντρυφούμε στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, την έχουν δώσει οι μεγάλοι συγγραφείς. Έλληνες και ξένοι. Όχι οι φιλόλογοι. Ούτε οι παιδαγωγοί. Ούτε το υπουργείο Παιδείας. Αλλά αυτή η «λογική» απάντηση, επειδή ακριβώς προέρχεται από τον χώρο της τέχνης, δεν φαίνεται να μας ικανοποιεί πρακτικά. Αντιθέτως δείχνει το «περιττόν», το μη πρακτικόν. Το πολυτελές. Το μη αναγκαίον. Αυτό όμως που τελικά αποδεικνύεται αναγκαίον. H τέχνη είναι «περιττή», αλλά τόσο αναγκαία. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι «περιττοί», αλλά παρά ταύτα τους πληρώσαμε και με το παραπάνω. Γιατί; Διότι ο πολιτισμός γενικότερα μοιάζει περιττός, αλλά προφανώς δεν είναι.

[…] Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, κάθε λογοτεχνία, είναι πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Αυτό ισχύει και για τη νεοελληνική λογοτεχνία αλλά και για την ισπανική και την κινέζικη. Εδώ σε μας συντρέχουν –να το δεχτούμε– ιστορικοί λόγοι που επιβάλλουν (τουλάχιστον σε όσους το επιθυμούν) και τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων. Μαθαίνουν λοιπόν Αρχαία τα γυμνασιόπαιδα επειδή έτσι έχουν την πολυτέλεια να γίνουν μέτοχοι μιας άλλης τάξεως γλωσσικής και λογοτεχνικής γνώσης και εμπειρίας.

[…] Μαθαίνουμε Αρχαία γιατί αυτό ωφελεί τη φαντασία, την έμπνευση και τη δημιουργικότητά μας. Μας δίνει την πολυτέλεια του «ωφέλιμου περιττού». Αλλά όσοι διακηρύττουν και υποστηρίζουν αυτή την πολυτέλεια γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια πολύ δαπανηρή επένδυση, χωρίς αναμενόμενα υλικά κέρδη. Μπορεί να έρθουν και αυτά, αλλά το ζητούμενο για την ώρα είναι η χρηματοδότηση της φαντασίας και της δημιουργίας. Όπως έγινε με τους Ολυμπιακούς. Που συνεχώς επικαλούμαστε. Όπως πρέπει να γίνεται με τα μουσεία, τη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία. Αν δεχθούμε (και στη συνέχεια πείσουμε τους ενδιαφερόμενους) ότι η διδασκαλία των Αρχαίων μάς οδηγεί στην απαραίτητη και ζωτική πολυτέλεια του «περιττού», στην έμπνευση και στη δημιουργία μέσα στην καθημερινότητα (δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι ποιητές), τότε μπορούμε να επικαλεσθούμε και άλλους λόγους.

Κληρονομικούς, ενδεχομένως, παιδαγωγικούς κ.λπ. Όμως, αν δεν δούμε τη διδασκαλία των Αρχαίων ως ύψιστη «εθνική πολυτέλεια», τότε να σταματήσουμε να παραπονούμαστε, να ταλαιπωρούμε και να ταλαιπωρούμαστε. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε αυτή την «εθνική πολυτέλεια» και να την συντηρήσουμε γενναίως. Οικονομικά και ψυχικά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο