Παρακολουθούσα τις προάλλες στην τηλεόραση μία/έναν από τις/τους εκπροσώπους του κινήματος των Αρνητών Λογικής. Ειλικρινά, δεν θέλω να σταθούμε ούτε στο φύλο ούτε στο κόμμα της/του εκπροσώπου, διότι έχω κάθε λόγο να θεωρώ ότι το κίνημα των Αρνητών Λογικής υπερβαίνει κάθε είδους σεξουαλικές και πολιτικές ταυτότητες, μολονότι φαίνεται να το προτιμούν εκείνες κι εκείνοι που δεν τα πήγαιναν πολύ καλά με τη Λογική ευθύς εξαρχής. Μου έκανε τρομερή εντύπωση η χαλύβδινη αυτοπεποίθησή της/του. Εδειχνε να πιστεύει ακράδαντα (νομοτελειακά, λέγαμε εμείς οι παλαιότεροι) στην επιτυχία του κινήματος. Το μόνο που χρειάζεται το κίνημα – ισχυριζόταν η/ο εκπρόσωπός – είναι ένας καλός διωγμός. Με τέσσερις – πέντε προσαγωγές – πόσω μάλλον προφυλακίσεις – οι οπαδοί του κινήματος των Αρνητών Λογικής θα πολλαπλασιαστούν όπως οι άρτοι και οι ιχθύες στον εν Κανά γάμο.

«Οπα, ένα λεπτό», θα με διέκοπτε η/ο εκπρόσωπος, έτσι και διάβαζε το κομμάτι μου αυτή τη στιγμή. «Κατ’ αρχάς τι σημαίνει Αρνητής Λογικής; Θέλεις να μας πεις ότι εσύ, φιλαράκο, είσαι εκ των προτέρων εκπρόσωπος της Λογικής κι εμείς είμαστε εκ των προτέρων εκπρόσωποι των Αρνητών της; Πώς την είδες έτσι; Φάουλ από τη σέντρα;». Μετά λύπης μου, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι η/ο εκπρόσωπος έχει κάποιο δίκιο: δεν είναι ούτε κομψό ούτε πρέπον να αυτοαναγορεύεσαι σε οτιδήποτε και να ξεκινάς τη συζήτηση με δεδομένη την αυτοαναγόρευσή σου. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορείς και να ξεκινάς κάθε πρωινό την ίδια συζήτηση, λες και ζεις εσαεί στην Ημέρα της Μαρμότας.

Οχι, για φανταστείτε λίγο το σκηνικό: ο νέος σου γείτονας σε σταματάει μία ωραία πρωία και σου λέει ότι η Γη δεν γυρίζει σαν σβούρα, αλλιώς θα υποφέραμε όλοι από ιλίγγους και κανένας δεν θα στεκόταν όρθιος. Με όσα κολλυβογράμματα θυμάσαι από το γυμνάσιο, εσύ προσπαθείς να του εξηγήσεις ότι, παρά τη φαινομενική της ακινησία, η Γη δεν στρώνει τον κώλο της κάτω ούτε δευτερόλεπτο. Την επομένη ο νέος γείτονας σε σταματάει πάλι και σου ξαναλέει τα ίδια. Εσύ, επειδή κατά βάθος δεν επιθυμείς ακόμη να διαταράξεις τη σχέση καλής γειτονίας, προσπαθείς πάλι να τον μεταπείσεις. Τη μεθεπομένη ο γείτονας ξανά μανά τα ίδια. Ε, την πέμπτη ή την έκτη φορά, ανάλογα και με τις αντοχές της νευρικού σου συστήματος, αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι δεν θα ήταν και τόσο άσχημη ιδέα να του επιδοθεί μια δικαστική εντολή που να του απαγορεύει να σε πλησιάζει εγγύτερα από τα διακόσια μέτρα. Αυτός μπορεί να μη δει ποτέ το φως το αληθινό, εσύ όμως δεν θα φας όλα σου τα λεφτά στα ψυχοφάρμακα.

Η παρεξήγηση έγκειται σε μια λεπτή διαφορά: συγχέουμε τον σεβασμό που οφείλουμε στο δικαίωμα κάθε συμπολίτη μας να διατηρεί την όποια «άποψή» του με τον σεβασμό που (δεν) οφείλουμε προς την ίδια την όποια «άποψή» του. Εν προκειμένω μάς έχει κάνει ζημιά η υποτιθέμενη βολταιρική ρήση: «Διαφωνώ με ό,τι λες, αλλά θα αγωνιστώ μέχρι θανάτου για το δικαίωμά σου να το λες». Προφανώς και δεν μπορούμε, ούτε και πρέπει να στερήσουμε από την ανθρωπότητα το δικαίωμα που διαχρονικά ασκεί καθ’ έξιν – το δικαίωμα να λέει βλακείες -, αλλά υποψιάζομαι ότι ο Βολταίρος, όταν πρωτοείπε ότι θα αγωνιστεί μέχρι θανάτου ώστε να διακινούνται ελεύθερα όλες οι «απόψεις», δεν συμπεριελάμβανε και τις «απόψεις» που εν δυνάμει επισπεύδουν τον θάνατό του. Διαφορετικά, περνάμε σε μιαν άλλη λεπτή διαφορά – τη διάκριση της αυταπάρνησης από τον μαζοχισμό -, περί της οποίας ο Βολταίρος δεν μας διαφώτισε ιδιαιτέρως.

Γράψτε το σχόλιό σας