Η συζήτηση για το δημοσιονομικό μαξιλάρι θα έμοιαζε με παρωδία αν δεν το είχε πληρώσει πολύ ακριβά ο ελληνικός λαός και αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να προκύψουν λάθος συμπεράσματα και μέτρα πολιτικής, ικανά να ανοίξουν τον δρόμο για νέες περιπέτειες της χώρας.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να  δημιουργήσει ένα «φουσκωμένο» δημοσιονομικό «μαξιλάρι» από τα υπερπλεονάσματα του προϋπολογισμού τα οποία, προέκυψαν, κατ’ επιλογήν της, από την υπερφορολόγηση κυρίως της μεσαίας τάξης, αλλά και όλων των Ελλήνων. Δηλαδή από αχρείαστη λιτότητα που επιβλήθηκε, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα δημοσιονομικό απόθεμα ασφαλείας, για την απορρόφηση ενδεχόμενων κραδασμών στις αγορές την επόμενη μέρα, μετά το τέλος του τρίτου Μνημονίου. Τον μηχανισμό αυτόν συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση του Τσίπρα με τους δανειστές για να μην αναγκασθεί να αποδεχθεί την προληπτική γραμμή στήριξης και τους μνημονιακούς όρους που τη συνοδεύουν. Τη συνιστούσαν, τότε, οι Ευρωπαίοι, αλλά ήταν κόκκινη γραμμή για τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού αμαύρωνε το αφήγημα της εξόδου από το Μνημόνιο, με το οποίο θα κατέβαινε στις εκλογές. Με προκαταβολική λιτότητα, δηλαδή, η προηγούμενη κυβέρνηση αντάλλαξε τις δεσμεύσεις μιας ενδεχόμενης προσφυγής σε χρηματοδοτική γραμμή στήριξης για να αντικρούσει την αντιπολίτευση και όσους κατηγορούσαν για fake έξοδο από το Μνημόνιο. Προκαταβολική λιτότητα, για ένα μαξιλάρι 35 δισ. ευρώ, το οποίο έπληξε σοβαρά την οικονομία.

Τόσο ήταν το μαξιλάρι που παρέδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση στη σημερινή και αφού νωρίτερα, κατά την προεκλογική περίοδο όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε ότι έχανε την εξουσία, αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε ανεδαφικές προτάσεις που υποβλήθηκαν από την ηγεσία του προς τους Ευρωπαίους για να αποδεχθούν τη μείωση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Οπως το να δοθεί ως ενέχυρο ένα μεγάλο μέρος από το μαξιλάρι και να μειωθεί αντίστοιχα ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.

Εμελλε, όμως, το «μαξιλάρι» να ταλαιπωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και τώρα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Ο περισσότεροι μέσα στο κόμμα στης αξιωματικής αντιπολίτευσης (κυρίως προεδρικοί) κατηγορούν τον Τσακαλώτο ότι ως υπουργός Οικονομικών δεν δέχθηκε να αξιοποιηθεί το δημοσιονομικό αυτό απόθεμα για τη στήριξη της μεσαίας τάξης, με αποτέλεσμα να χαθούν οι εκλογές. Βεβαίως, ο ίδιος, σήμερα, τάσσεται με όσους ζητούν να ανοίξουν οι κρουνοί των μέτρων στήριξης από το μαξιλάρι.

Γιατί, όμως, όλη αυτή η συζήτηση είναι παραπλανητική και επικίνδυνη μαζί. Καταρχάς, γιατί ένα μεγάλο ποσό από το «μαξιλάρι», γύρω στα 15 δισ. ευρώ, δεν μπορεί να μετακινηθεί χωρίς την έγκριση των Ευρωπαίων.  Επίσης, γιατί το πακέτο αυτό που ανέρχεται σήμερα σε 37,5 δισ. ευρώ, λειτουργεί, στην εποχή της ύφεσης από τον κορωνοϊό, ως ένα απόθεμα φερεγγυότητας προς τις αγορές, στις οποίες προσφεύγει συνεχώς το Δημόσιο για να καλύπτει το κόστος των μέτρων που λαμβάνονται για τους πληττόμενους. Κανείς δεν ξέρει τι μας ξημερώνει με τον κορωνοϊό και αν αύριο το Δημόσιο θα έχει επαρκή έσοδα στα ταμεία του για να πληρώνει μισθούς και συντάξεις. Μην ξεχνάμε ότι το δημόσιο χρέος παραμένει υπέρογκα υψηλό. Και οι αγορές δεν θέλουν και πολύ… Για αυτό ας σταματήσουν τα παιχνίδια με το «μαξιλάρι».

Γράψτε το σχόλιό σας