Η πλατεία Βικτωρίας είχε γεμίσει για άλλη μια φορά με φωνές παιδιών που έπαιζαν πάνω στο ξεραμένο γκαζόν. Οι γυναίκες προσπαθούσαν να βάλουν μια «τάξη» στα υπάρχοντα τους τα οποία είχαν απλώσει πάνω στα «κρεβάτια» τους, που αποτελούνταν από κάποια κουβέρτα ή ένα σεντόνι.

Μόλις πέφτει ο ήλιος το σκηνικό αλλάζει. Τα παιδιά μαζεύονται με τις οικογένειές τους και είτε κοιμούνται είτε δημιουργούν μικρά «πηγαδάκια».

Η κούραση και το άγχος για το τι θα ξημερώσει είναι εμφανή στα πρόσωπα τους.

Η Νατζίμπα, μια 50χρονη γυναίκα από το Αφγανιστάν, με πλησιάζει, ενώ φοράει τη μάσκα της. «Γεια σου» μου λέει στα ελληνικά, χαμογελώντας, όπως μπορούσα να διακρίνω από τη φωνή και τα μάτια της.

Βρίσκεται στην Αθήνα 11 μήνες με την οικογένειά της: τον άντρα της, τις τρεις κόρες της και τον γιο της. Όλοι μαζί βρίσκονταν πριν στην Μόρια, όπου πέρασαν 10 εφιαλτικούς μήνες.

Ανάμεσά τους και ο αδερφός της, ο οποίος λόγω καρδιακών προβλημάτων υπέστη καρδιακό επεισόδιο, κατά τη διάρκεια επεισοδίων στη Μόρια, με αποτέλεσμα να μείνει ανάπηρος.

Βρισκόταν 25 ημέρες στην πλατεία, όπου κατέληξε μετά την απόφαση της κυβέρνησης να αρχίσει να διώχνει σχεδόν 11.000 πρόσφυγες από δομές και σπίτια, από τις 31 Μαΐου.

«Πριν από τρεις μήνες μπλόκαραν τις κάρτες μας και μας έδιωξαν από το σπίτι που ζούσαμε. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι ανήκουμε σε ευπαθή ομάδα και ότι δεν έχουμε που να μείνουμε. Η μόνη απάντηση που λάβαμε ήταν ότι πρόκειται για εντολές της κυβέρνησης».

«Με έχει καταβάλει η κατάθλιψη»

«Είμαι τόσο στεναχωρημένη και τις τελευταίες μέρες νιώθω πολύ αγχωμένη. Αισθάνομαι πως με έχει καταβάλει η κατάθλιψη. Χρειάζομαι απλώς ένα μέρος να καταφέρω να μείνω μόνη ώστε να φωνάξω και να κλάψω. Μόνο για μένα».

Η Νατζίμπα είναι σιίτισσα, και πολλές φορές βρέθηκε στο στόχαστρο των τρομοκρατών ή άλλων θρησκευτικών ομάδων, πίσω στο Αφγανιστάν.

«Μας βίαζαν, μας σκότωναν. Γι’ αυτό πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το Αφγανιστάν. Δοκιμάσαμε το Ιράν, αλλά εκεί μας αντιμετώπιζαν ως «τους Σιίτες. Δεν μας φώναζαν ποτέ με το όνομά μας. Μας ταπείνωναν».

«Θέλουμε στην Ελλάδα να μας αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπους, να αναβαθμίσουμε την ποιότητα ζωής μας, την κουλτούρα μας, τόσο για εμάς όσο και για τις επόμενες γενιές».

Η ζωή στη Μόρια δεν σαφώς πολύ καλύτερη, καθώς κάθε μέρα παραμόνευαν κίνδυνοι.

«Φοβόμασταν κάθε μέρα στην Μόρια για επιθέσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε τα βράδια» θυμόταν.

«Ούτε εδώ είμαστε ασφαλείς. Μια μέρα εγώ και η κόρη μου ενώ ήμασταν στο λεωφορείο ήρθε προς το μέρος μας ένας άντρας και αφού μας είπε κάτι στα ελληνικά μας έπτυσε. Τρομάξαμε πολύ, κατεβήκαμε από το λεωφορείο και αρχίσαμε να τρέχουμε. Φοβηθήκαμε ότι μπορεί να μας κυνηγήσει».

«Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει στο μέλλον».

«Είμαστε αβοήθητοι»

Με τους φόβους ζει και ο 65χρονος Μοχάμεντ, ο οποίος μετά από 10 μήνες στην Μόρια κατάφερε να του παραχωρηθεί άσυλο. Ωστόσο τον τελευταίο μήνα βρίσκεται ανάμεσα στους δεκάδες πρόσφυγες που παραμένουν άστεγοι στην πλατεία Βικτωρίας.

Όσο καιρό βρίσκεται εκεί μαζί με τη γυναίκα και την 14χρονη κόρη του, κανείς δεν εμφανίστηκε να ακούσει τα αιτήματά του. Μόνο κάποιες οργανώσεις και κάποιοι άνθρωποι που τους προσφέρουν φαΐ.

Αναγνωρίζει πως η ασφυκτικά γεμάτη πλατεία δεν αποτελεί ένα ασφαλές μέρος κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ειδικά για έναν άνθρωπο της ηλικίας του. «Οποιοσδήποτε εδώ θα μπορούσε να είναι κρούσμα και να κολλήσει τους υπόλοιπους» λέει.

«Είμαστε αβοήθητοι. Η κυβέρνηση μας έδιωξε από το σπίτι μας, δεν έχουμε που να μείνουμε. Δεν έχουμε λεφτά να νοικιάσουμε σπίτι. Δεν υπάρχει κανένα μέρος για εμάς, ‘’ ούτε στον ουρανό ούτε στη γη’’. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

«Δε θέλουν να κάνουν τίποτα για εμάς»

Ο 26χρονος Ράμαζαν βρίσκεται στην πλατεία Βικτωρίας για 25 μέρες, μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του. Ωστόσο ελπίζει πως κάποια στιγμή θα μπορέσουν όλοι μαζί να μείνουν σε ένα ασφαλές μέρος.

«Είμαστε οικογένεια και αυτό το μέρος δεν είναι μέρος για να ζει μια οικογένεια», αναφέρει.

«Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδεχθεί την κατάσταση μας στην Ελλάδα. Αντιμετωπίζουμε πολλά προβλήματα. Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε τη νύχτα, πρέπει να προσέχουμε τις οικογένειές μας».

«Η κυβέρνηση δεν θέλει να κάνει τίποτα για τους πρόσφυγες, θέλω να τους πω ανοίξτε τουλάχιστον τα σύνορα, αφού δεν μπορείτε να κάνετε εσείς τίποτα, τότε οι άλλες χώρες ίσως να μπορούν να βοηθήσουν» το μήνυμά του.

Το τελευταίο διάστημα η εικόνα του προσφυγικού θυμίζει καταστάσεις του 2015, ένα έτος ορόσημο της προσφυγικής κρίσης: τσαλακωμένες ψυχές στις πλατείες, ασφυκτικές δομές και αγωνία για το αύριο.

Η πλατεία Βικτωρίας εκκενώθηκε, για ακόμα μια φορά, τα ξημερώματα της Τετάρτης, ωστόσο μέσα σε λίγες μέρες θα γεμίσει ξανά από ανθρώπους που βρέθηκαν στον δρόμο, από την αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί την κατάσταση.

Περίπου 470 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, οι πρόσφυγες της Μόριας ζουν τον δικό τους εφιάλτη.

Μια πυρκαγιά τα μεσάνυχτα της Τρίτης κατέστρεψε ολοσχερώς το «κολαστήριο» της Ευρώπης με αποτέλεσμα σχεδόν 13.000 άνθρωποι να βρεθούν άστεγοι και να καταλήξουν να κοιμούνται στους δρόμους και στα νεκροταφεία.

Περισσότερες από 24 ώρες αργότερα, οι πρόσφυγες, γυναίκες και παιδιά παραμένουν αβοήθητοι στους δρόμους της Λέσβου, με την κυβέρνηση να επιμένει στο ενδεχόμενο της «προβοκάτσιας» αρνούμενη οποιαδήποτε ευθύνη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο