Δύο είναι τα κυρίαρχα σενάρια που εξηγούν την επιθετικότητα της Τουρκίας. Στο πρώτο, ενδεχομένως υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις του και το διπλωματικό του εκτόπισμα, ο Ερντογάν τραβάει το σκοινί, προσέχοντας να μη το «σπάσει», αλλά δείχνει αποφασισμένος να μην υπαναχωρήσει αν πρώτα δεν επιβάλλει τους όρους του. Σε αυτή την ορθολογική εκδοχή, αξιοποιεί στο έπακρο τη μερική (προσωρινή;) απόσυρση των ΗΠΑ από τις εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής – όπως άλλωστε πράττει και η Ρωσία -, σπεύδει να καλύψει μεγάλο μέρος του κενού στον αραβικό κόσμο (αν και μη αραβική χώρα), πιέζει συνεχώς τις υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις ώστε να συνειδητοποιήσουν το κόστος σε περίπτωση που δεν συνεννοηθούν με την Αγκυρα και εκμεταλλεύεται στο έπακρο ακόμη και το παραμικρό ρήγμα (π.χ. προσφυγομεταναστευτικό απέναντι στην ΕΕ) για να προωθήσει αποτελεσματικότερα τις θέσεις της. Σε αυτή την κατεύθυνση, οι απειλές και οι εκβιασμοί, ο επιθετικός και καταγγελτικός λόγος εντάσσονται στο ανατολίτικο παζάρι που η γειτονική χώρα μας έχει συνηθίσει, αλλά και στην ικανοποίηση του εγχώριου ακροατηρίου, ωστόσο στο παρασκήνιο δίνονται οι κατάλληλες διαβεβαιώσεις ότι οι λεκτικοί βερμπαλισμοί δεν αποτυπώνουν πλήρως τις πραγματικές προθέσεις της Αγκυρας.

Ετσι η Τουρκία εξασφαλίζει μια σχετική ανοχή για ορισμένες ενέργειές της (και λόγω της στρατηγικής της αξίας), στον βαθμό που οι επιλογές της δεν υπονομεύουν τα συμφέροντα των δυτικών της εταίρων. Αυτό βέβαια εκλαμβάνεται σαν «πράσινο φως» από έναν ηγέτη με το ταμπεραμέντο του Ερντογάν, ο οποίος θεωρεί τον κατευνασμό ως ένδειξη αδυναμίας και αμηχανίας της Δύσης. Καλλιεργώντας, μάλιστα, την εικόνα πως η Τουρκία είναι ικανή για όλα, ποντάρει στον μετριασμό της πίεσης για να αποφευχθούν τα χειρότερα, όπως θα ήταν η στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία ή η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στο ΝΑΤΟ. Ο τούρκος πρόεδρος επενδύει στη διαπίστωση ότι οι περισσότερες ηγεσίες στη Δύση δεν θέλουν να χρεωθούν την (οριστική;) απώλεια της Αγκυρας. Αυτό του δίνει χρόνο και χώρο για να εξασφαλίσει μια σχετική ουδετερότητα εκ μέρους των δυτικών πρωτευουσών στη διαμάχη της με την Ελλάδα ώστε μέσω ενός οιονεί πειθαναγκασμού να αντιστρέψει την υφιστάμενη κατάσταση.

Στο δεύτερο σενάριο, που δεν αποκλείει, ίσως δε και να συμπληρώνει το πρώτο, αλλά είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, ο πρόεδρος Ερντογάν έχει διαβεί (ή ετοιμάζεται) τον Ρουβίκωνα. Η δεδομένη αναμέτρησή του με τον Κεμάλ, με ορίζοντα το 2023, έχει πάρει τη μορφή ενός νέου αγώνα ανεξαρτησίας 97 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Ο τούρκος πρόεδρος καταφέρεται εναντίον των αποικιοκρατών, οι οποίοι υποτίθεται ότι όπως τότε έτσι και τώρα προσπαθούν να διαλύσουν την Τουρκία, με τον ίδιο να εμφανίζεται ως το μόνο ικανό εμπόδιο που θα τους σταματήσει. Αξιοποιεί στο έπακρο τον σχεδόν απόλυτο έλεγχο που ασκεί στα μέσα ενημέρωσης και «παίζοντας» με το αίσθημα ανασφάλειας των συμπατριωτών του δημιουργεί συνθήκες φυσικής εχθρότητας απέναντι στη Δύση και σε γειτονικά κράτη. Σε αυτή την εκδοχή, η ερντογανική Τουρκία είναι χαμένη υπόθεση, το κλειστό σύστημα που τον περιβάλλει δεν επιτρέπει ουσιαστική πρόσβαση για αλλαγή του υποδείγματος και ο ίδιος ο τούρκος πρόεδρος έχει πλέον θολωμένη σκέψη εξαιτίας της ματαιοδοξίας του.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ. Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η Ελλάδα στη γειτονιά της»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο