Η κίνηση της Τουρκίας να θέσει σε αναστολή τις ερευνητικές της δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο, με αντάλλαγμα την έναρξη διαλόγου με την Ελλάδα χρήζει πολλαπλών αναγνώσεων. Είναι, πάντως, αξιοπρόσεκτη η αλλαγή τόνου χωρίς, μάλιστα, οι αναφορές στην Ελλάδα ως «ένα σημαντικό γείτονα», να συνοδεύονται με απειλές. Το ερώτημα είναι, αφενός, αν εννοεί όσα λέει και αφετέρου πού αποσκοπεί. Αυτό θα αποδειχθεί σύντομα.

Γιατί, όμως, προέβη σε αυτή την αναδίπλωση, ακόμη και αν αποτελεί τακτικό ελιγμό;

Πρώτον, η πίεση από μεριάς Γερμανίας. Η καγκελάριος Μέρκελ δεν θέλει επ’ ουδενί η παρακαταθήκη της γερμανικής προεδρίας να είναι μία ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας· το αντίθετο, επιδιώκει να συνδιαμορφώσει τις συνθήκες για την επαναπροσέγγιση ανάμεσα στα δύο μέρη. Εγινε, όμως, αντιληπτό, χάρη τόσο στις ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας όσο και στην έκταση της τουρκικής επιθετικότητας, ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η σύγκρουση καθίστατο αναπόφευκτη και η διαπραγμάτευση αδύνατη.

Δεύτερον, η σθεναρή στάση της Γαλλίας, η στροφή της Αυστρίας και η απροθυμία κρατών-μελών να στηρίξουν έστω και παρασκηνιακά την Αγκυρα έστειλαν – για πρώτη φορά – ένα καθαρό μήνυμα στην τουρκική ηγεσία ότι σε περίπτωση που κλιμάκωνε, δεν θα έβρισκε πρόθυμους να μπλοκάρουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της. Με την τουρκική οικονομία σε σταθερά πτωτική πορεία, δεν είναι καιρός για την ανάληψη ρίσκων.

Τρίτον, παρά την ηχηρή απουσία/αφωνία Τραμπ, ο αμερικανικός παράγοντας, μέσω γραφειοκρατίας και θεσμικών παραγόντων, έδειξε στην Αγκυρα τα όρια της ανοχής έναντι ενεργειών υπονόμευσης των δυτικών συμφερόντων στην περιοχή.

Τέταρτον, οι τιμές του πετρελαίου δεν επιτρέπουν – για την ώρα — σκέψεις για σοβαρές ερευνητικές δραστηριότητες σε περιοχές αμφίβολου ορυκτού πλούτου, τουλάχιστον στον βαθμό που να αξίζει τον κόπο να συγκρουστεί η Τουρκία με τη διεθνή κοινότητα. Η αναδίπλωση αυτή είναι αρκετά βολική (και) για την τουρκική οικονομία.

Από εκεί και πέρα, οι όροι του διαλόγου είναι πολύ συγκεκριμένοι. Ικανοποιείται μερικώς ο πρώτος και κύριος, της έμπρακτης αποκλιμάκωσης, κάτι βέβαια που θα κριθεί τις επόμενες εβδομάδες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Εφόσον, οι διερευνητικές συνομιλίες εκκινήσουν από τη βάση του 2016 και όχι από νέα βάση που επεδίωκε η Αγκυρα, θα έχουμε πετύχει την επαναφορά της Τουρκίας στο τραπέζι χωρίς νέους όρους ή τα προαπαιτούμενα, που κατά καιρούς έχει θέσει δημόσια η Αγκυρα. Οσο συνομιλούμε με την άλλη πλευρά, τόσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο μίας «θερμής» αντιπαράθεσης.

Η ελληνική πλευρά κατάφερε να αντιστρέψει την πίεση που της ασκούσε η Τουρκία το τελευταίο χρονικό διάστημα, με τους εταίρους μας να παρακολουθούν αμήχανοι, δίνοντάς της – ορισμένοι έστω και άθελά τους – το ελευθέρας να κλιμακώνει, χωρίς τον κίνδυνο συνεπειών. Πλέον, η Αγκυρα, έχοντας ενοχλήσει αρκετούς με τη στάση της και έχοντας υπερβεί τα εσκαμμένα, βρίσκεται σε μία οιονεί επιτήρηση ως προς τον αντίκτυπο των ενεργειών της.

Ασφαλώς, η εικόνα δεν είναι ειδυλλιακή, ούτε καθησυχαστική όπως απέδειξε και η navtex που εκδόθηκε για έρευνες του Barbaros εντός της κυπριακής ΑΟΖ, θέλοντας να αποσυνδέσει τα δύο ζητήματα. Και η γείτονα δεν έπαψε εν μια νυκτί να είναι αναθεωρητική ή ηγεμονική. Ομως, για την περιφρόνηση και την αυτοπεποίθηση που επιδείκνυε απέναντι στις διεθνείς αντιδράσεις τον τελευταίο καιρό, η πρόταση παγώματος των ερευνών για υδρογονάνθρακες, έστω και αν αποδειχθεί τακτικιστικός ελιγμός, συνιστά υπαναχώρηση. Τουλάχιστον από το μότο ότι «η Τουρκία κάνει ό,τι λέει και λέει ό,τι κάνει».

0 Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ

Γράψτε το σχόλιό σας