Ενα από τα δύο συμβαίνει. ‘Η ο Τσίπρας γνώριζε ή όχι. ‘Η ο πρώην πρωθυπουργός είχε πλήρη γνώση ότι οι υπουργοί του έλεγαν αυτά που έλεγαν με το ύφος που τα έλεγαν, άρα τα ενέκρινε αν δεν τα υπαγόρευε ο ίδιος, ή όλα γίνονταν πίσω από την πλάτη του κι όταν τα έμαθε έπεσε από τα σύννεφα. ‘Η δηλαδή οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ λειτουργούσαν παράλληλα σε κρατικό και παρακρατικό επίπεδο ή αποτελούσαν μια «κανονική» κυβέρνηση όπου είχαν παρεισφρήσει και μερικά ξένα στοιχεία.

Σε ένδειξη καλής θέλησης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υιοθέτησε αρχικά τη δεύτερη εκδοχή. Και ζήτησε από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διαγράψει τον Νίκο Παππά από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του «ως ελάχιστο δείγμα σεβασμού στους κανόνες της δημοκρατίας». Σαν να αποτελεί ο πρώην υπουργός ένα στίγμα στην εικόνα ενός κατά τα άλλα καθαρού κόμματος. Σαν να είναι οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί στη συνομιλία του με τον Σάμπυ Μιωνή μια δική του ιδιαιτερότητα. Κι έτσι η διαγραφή του να οδηγήσει σε εξυγίανση.

Ο Στέλιος Πέτσας ήθελε να δείξει ότι αναγνωρίζει το τεκμήριο της αθωότητας του πρώην πρωθυπουργού: αν ο στενός σου συνεργάτης πρόδωσε πράγματι την εμπιστοσύνη σου, αποδοκίμασε τον. Η απάντηση ήρθε από το Μεσολόγγι. Ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει την πρώτη εκδοχή. Δεν διαφοροποιείται από τον Νίκο Παππά, δεν παίρνει αποστάσεις, δεν ζητά να διερευνηθούν οι όποιες ευθύνες έχει οποιοσδήποτε σε αυτή τη δυσώδη υπόθεση. Τις παίρνει πάνω του. Μιλά κι αυτός για αντιπερισπασμό. Οχι όμως για να καλυφθεί το σκάνδαλο NOVARTIS, όπως ήταν η πρώτη γραμμή άμυνας. Ούτε για να αποσπαστεί η προσοχή από μια υπόθεση που έχει τοποθετηθεί εδώ και μήνες στο αρχείο, όπως υποστηρίχθηκε στη συνέχεια. Ούτε καν για να εκτονωθεί η πίεση που δέχεται η κυβέρνηση να δώσει τη λίστα με τα 20 εκατομμύρια. Αλλά για να ξεχαστεί το «ένα και μοναδικό σκάνδαλο», δηλαδή η καταστροφή των θυσιών που έκανε ο ελληνικός λαός τα πέντε τελευταία χρόνια.

Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί ως προς τη σοβαρότητά του παρά με τον ισχυρισμό του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου ότι έχει στοχοποιηθεί από μια εγκληματική οργάνωση. Και η διαρκής αλλαγή της υπερασπιστικής γραμμής δεν υποδηλώνει παρά απώλεια ψυχραιμίας – αν όχι πανικό.

Στην Κουμουνδούρου δεν αρνούνται πλέον ότι οι επίμαχες συναντήσεις έγιναν, ότι οι ανήκουστες εκφράσεις ακούστηκαν, ότι τα εξωφρενικά αιτήματα διατυπώθηκαν. Ισχυρίζονται απλώς ότι είναι προϊόντα παράνομων ηχογραφήσεων, άρα κακώς έρχονται στη Βουλή. Αυτό εννοεί και ο Τσίπρας όταν μιλά για «μαφιόζικες πρακτικές». Δεν τον ενδιαφέρει να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά να μην πάνε τα στελέχη του φυλακή. Λογικό ακούγεται – αν ανοίξουν οι πύλες της κόλασης, δύσκολα κλείνουν. Ο ελληνικός λαός, πάλι, θα ήθελε να μάθει ποιοι τον κυβερνούσαν.

Γράψτε το σχόλιο σας