Πρέπει, ξεκινώντας, να μιλήσω για τον ιδιοφυή Αλέξη Σολομό (1918-2012), να σημειώσω πως στον τόπο μας είχαμε σκηνοθέτες γενικά λογίους, χωρίς, συγχρόνως, να παραβλέπουμε τους μαστόρους, αλλά μερικοί απ’ αυτούς υπήρξαν συγγραφείς θεωρητικών και κριτικών μελετών που ανήκουν δικαιωματικά (και, συχνά, σε περίοπτη θέση) στη χορεία των πνευματικών ταγών. Αναφέρομαι, βέβαια, στον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, στον Φώτο Πολίτη, στον Πέλο Κατσέλη, στον Σωκράτη Καραντινό, στον Σπύρο Ευαγγελάτο, στον Γιώργο Μιχαηλίδη, στον Γιώργο Σεβαστίκογλου, στον Νίκο Χουρμουζιάδη. Ολοι αυτοί, και άλλοι, φυσικά, με μικρότερη σε ποσότητα συγγραφική παρουσία, είναι, παράλληλα με τη σκηνοθεσία, μελετητές ή λογοτεχνικοί δημιουργοί που εντάσσονται στη σημαντική πνευματική μας ιστορία.

Τελείως κορυφαία περίπτωση ήταν ο Αλέξης Σολομός που θα μπορούσε κανείς να τον εντάξει ακόμα ως κορυφαίο σκηνοθέτη, κορυφαίο δοκιμιογράφο, κορυφαίο μεταφραστή σε μια σπάνια και ξεχωριστή πνευματική ομάδα. Με σπουδές ως ηθοποιός στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με δάσκαλο στα πρώτα έτη τον Ροντήρη, έδειξε από μιας αρχής και την πρωτοτυπία της σκέψης του, αλλά και μια πολυτάλαντη φύση. Μέσα σε λίγα χρόνια, δύο ή τρία μετά την αποφοίτησή του, σχεδίασε κοστούμια, έστησε σκηνικούς χώρους, έπαιξε ρόλους, άρχισε να ασχολείται με την ιστορία και τη δραματουργία του θεάτρου.

Σκεφτείτε μόνο πως το 1937, μόλις 19 ετών, σχεδιάζει τα κοστούμια για τον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ που ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη. Παράλληλα γράφει διηγήματα, κάνει μεταφράσεις, παίρνει συνεντεύξεις για το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Σε ηλικία 21 ετών σκηνοθετεί Τσέχοφ («Αρκούδα») στον Αγγλοελληνικό Σύνδεσμο. Στην Κατοχή δημιουργεί ως ηθοποιός, ως ενδυματολόγος, ως μεταφραστής και ως κριτικός κινηματογράφου!!

Είναι, όντως, ένας αναγεννησιακός καλλιτέχνης και πνευματικός άνθρωπος. Συνεργάστηκε στα χρόνια της Κατοχής ως ηθοποιός με τον θίασο του Κωστή Μπαστιά και τον θίασο Παπαδάκη – Παππά – Κωτσόπουλου. Το 1943 συνεργάζεται με τον Κουν και με τον θίασο Μανωλίδου – Βεάκη – Δενδραμή. Το 1944 με τον θίασο του Κουν βαπτίζεται και ως θεατρικός συγγραφέας με το έργο του «Ο τελευταίος ασπροκόρακας», ενώ ο θίασος Γιώργου Παππά – Μελίνας Μερκούρη ανεβάζει το έργο του «Το μονοπάτι της λευτεριάς» (1945). Σε διάρκεια 27 ετών ευδοκιμεί ως ηθοποιός, πεζογράφος, ενδυματολόγος, κριτικός θεάτρου, σκηνοθέτης, μεταφραστής και θεατρικός συγγραφέας – ένα σπάνιο φαινόμενο στην ελληνική, πνευματική ζωή.

Στο εξωτερικό

Το 1947 σταδιοδρομεί ως σκηνοθέτης στη Νέα Υόρκη και το 1949 σκηνοθετεί τον «Καλιγούλα» του Καμί στο Λονδίνο. Είναι η πρώτη θεατρική πρεμιέρα του Καμί διεθνώς. Την ίδια χρονιά επιστρέφει στην Ελλάδα και σκηνοθετεί την «Κληρονόμο» στο Θέατρο Μουσούρη. Εκτοτε έως τον θάνατό του, σε ηλικία 94 ετών, είναι συνεχώς παρών ως κυρίαρχος σκηνοθέτης στο Εθνικό, δύο φορές και ως καλλιτεχνικός του διευθυντής, ανεβάζοντας στη σκηνή Σαίξπηρ, Μπέρναρ Σο, Χορτάτση, Ο’Νιλ, Σίλερ, Γκαίτε, Τσέχοφ, Λόρκα, Μίλερ, Πιραντέλο, Ξενόπουλο, Ουίλιαμς, Μπέκετ, Ζαρί («Βασιλιάς Υμπύ»).

Βρήκε, βέβαια, έτοιμο τον δρόμο της ερμηνείας του αρχαίου δράματος από τον Πολίτη, τον Ροντήρη, τον Μουζενίδη, τον Κουν και ανέβασε, χωρίς να πρωτοτυπήσει μορφολογικά και δομικά, έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Ομως, όχι απλά πρωτοστάτησε, αλλά άνοιξε καινούργιους – διεθνώς, θα ισχυριζόμουν – δρόμους στη σκηνική ερμηνεία του Αριστοφάνη.

Οταν το 1956 αναγγέλθηκε πως το Εθνικό Θέατρο, επί διευθύνσεως Αιμίλιου Χουρμούζιου, θα παρουσίαζε στο Ηρώδειο τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, ολόκληρος ο Τύπος, ανεξάρτητα από ιδεολογικό στρατόπεδο, εξανέστη! Ακόμη και γνωστοί λόγιοι εξέφρασαν γραπτώς τις αντιρρήσεις τους. Είναι, βέβαια, γνωστό πως ο Αριστοφάνης είχε γίνει φτηνό εμπόρευμα κάποιων θιάσων, με επικεφαλής σεξουαλικά διαφέροντες καλλιτέχνες που στην επαρχία περιέφεραν έναν Αριστοφάνη χυδαία βωμολόχο και σε ακροατήριο μόνον δι’ άνδρας φαντάρους! Είχε, βέβαια, προηγηθεί η παράσταση του Εθνικού με τις «Νεφέλες» σε σκηνοθεσία Καραντινού που, όμως, παίχθηκε «αρχαιολογικά», με προσωπεία και εξπρεσιονιστικό στόμφο.

Ο Χουρμούζιος επέμενε και οι «Εκκλησιάζουσες» εξέπληξαν, με Αρώνη, Νέζερ, Χαλκούση, τη νεαρή Καρέζη, τον μετέπειτα σκηνοθέτη Μπούχλη, το κοινό, ώστε αποφασίστηκε το 1957, μαζί με τη νέα σκηνοθεσία του Σολομού της «Λυσιστράτης», με τη μεγάλη Αρώνη, τον Νέζερ, πάλι την Καρέζη, τον Ζερβό, να κατέβουν στην Επίδαυρο και έκτοτε να στεριώσουν, να γίνουν θεσμός και, συχνά, να σώσουν ταμεία. Θυμίζω μόνο πως ο λόγιος Σολομός είχε ως συνεργάτες τον σπουδαίο φιλόλογο και λόγιο Θρασύβουλο Σταύρου ως μεταφραστή, τον Γιώργο Βακαλό ως σκηνογράφο και ενδυματολόγο, που είχε διαπρέψει χρόνια στο Παρίσι δίπλα στον Ντιλέν, και ως συνθέτη (πολύ πριν συνεργαστεί με τον Κουν) τον Μάνο Χατζιδάκι. Χορογράφος ήταν η Τατιάνα Βαρούτη. Υπενθυμίζω, για τους νεότερους, πως ο Σολομός δίπλα στον Χορό της «Λυσιστράτης» (γυναικείο και ανδρικό) έβαλε ως Κορυφαίους τον Γιώργο Μούτσιο (βαρύτονο, στέλεχος της Λυρικής) και τη Νάνα Μούσχουρη.

Αυτές είναι επαναστάσεις, αγαπητοί αναγνώστες. Χωρίς καμιά προσπάθεια να προβληθεί, τάχα μου, η σκηνοθετική φιλοδοξία, χωρίς να αλλοιωθεί το πνεύμα του ποιητή και, κυρίως, χωρίς να παραβιαστούν τα μορφολογικά στοιχεία της αρχαίας φόρμας. Ενας θρίαμβος υψηλού επιπέδου λαϊκού θεάτρου, παρακαλώ «λαϊκού», όχι λαϊκίστικου, που, δυστυχώς, στις μέρες μας, συχνά κυριαρχεί, κάνοντας τον νεκρό Σολομό και τους σπουδαίους συνεργάτες του, απόντες επίσης, να γυρίζουν ανήσυχοι στους τάφους τους!!

Εκτός Εθνικού

Ο Σολομός, όταν για τους μοιραίους και χυδαίους λόγους που πάντα οι πολιτικάντηδες επιστρατεύουν απομακρύνθηκε από το Εθνικό Θέατρο (όπως, πριν απ’ αυτόν, ο Ροντήρης, ο Κατσέλης, ο Μινωτής), ίδρυσε το Προσκήνιο, όπου συνέχισε να σκηνοθετεί έργα του μεγάλου ρεπερτορίου, ανάμεσά τους τη «Δίκη» του Κάφκα (με τον Κούρκουλο) και τη «Λούλου» του Βέντεκιντ, το τολμηρότερο ηθικά έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Το 1982 απελύθη από το Εθνικό. Ημουν αντιπρόεδρος του ΔΣ και μειοψήφησα. Σε ιδιαίτερη συνάντηση μαζί του, στο ιατρείο του Νίκου Ζακόπουλου, γιατρού και συγγραφέα, τον ικέτεψα, για να εκθέσει τη βάναυση πράξη της απομάκρυνσής του, να έρχεται κάθε μέρα και να κάθεται έξω από την αίθουσα του ΔΣ, σε μια καρέκλα. Δεν με άκουσε. Εκτοτε είχαμε μια συχνή επικοινωνία, κυρίως πολύωρες τηλεφωνικές, έως τον θάνατό του.

Ομως ο Σολομός δεν δόξασε μονάχα την Ελλάδα ως σκηνοθέτης (πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι είδαν Αριστοφάνη – «Λυσιστράτη» – στο Θέατρο των Εθνών και παραληρούσαν). Το βιβλίο του «Ο Ζωντανός Αριστοφάνης» (1961) μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες και η συγγραφική δραματολογική προσφορά του Σολομού αριθμεί 23 έξοχα μελετήματα. Ενδεικτικά αναφέρω τα «Θεατρικό Λεξικό», «Τι προς Διόνυσον», «Θεατρικό Τετράδιο», «Αγιος Βάκχος» (έξοχο και μοναδικό διεθνώς), «Ευριπίδης, Ευφυής και Μανικός», «Κρητικό Θέατρο», «Καλή μου Θάλεια».

Τελειώνοντας, ας υπενθυμίσω ότι στον Σολομό οφείλουμε τον θεατρικό – ποιητικό Νίκο Καζαντζάκη, του οποίου σκηνοθέτησε 12 έργα, αναιρώντας την άποψη του «αντιθεατρικού»! Επίσης, ο Σολομός ανέβασε περισσότερο Κρητικό Θέατρο από όλους τους άλλους μαζί έλληνες σκηνοθέτες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο