Δεν θυμάμαι ούτε ποια ήταν η προεδρεύουσα στην Ολομέλεια της Βουλής εκείνη την ημέρα, ούτε πια ήταν εκείνη η ημέρα, ούτε ο μήνας, ούτε η χρονιά… Θυμάμαι μονάχα έναν συνάδελφο βουλευτή να ωρύεται «Επί προσωπικού, κυρία Πρόεδρε!», την προεδρεύουσα να τον αγνοεί επιδεικτικά κι εμένα να σπεύδω να βγω από την αίθουσα πριν κατουρηθώ από τα γέλια. Ολοι γνωρίζαμε ότι η αγωνιώδης επίκληση «επί προσωπικού» δεν ήταν συνήθως παρά ένα πρόσχημα (με αφορμή κάποιον προλαλήσαντα που έκανε το λάθος να μας αναφέρει ονομαστικά) προκειμένου να πάρουμε τον λόγο και να μιλήσουμε για οτιδήποτε άλλο εκτός από το «προσωπικό». Εκτοτε, όποτε ακούω αυτή τη φράση, δεν καταφέρνω να ελέγξω την αντίδρασή μου· καλύτερα να μου καθαρίσουν αβγά.

Επί προσωπικού, λοιπόν, που – καθώς θα φανεί στην πορεία – δεν είναι και τόσο προσωπικό. Με την Ελενα Ακρίτα γνωριζόμαστε πάνω από σαράντα χρόνια. Ποτέ δεν κάναμε παρέα, αλλά σίγουρα η Ελενα ήταν ένας από εκείνους τους «μοιραίους» ανθρώπους που συναπαντάς στον δρόμο σου, όταν είσαι ακόμη νέος και υποφέρεις από το σύνδρομο του Ανασφαλούς Νάρκισσου – τουτέστιν, πιστεύεις στις δυνατότητές σου (ίσως και υπέρμετρα), αλλά ψάχνεις απεγνωσμένα και μια «δεύτερη γνώμη», έτοιμος να καταρρεύσεις έτσι και αυτή η «δεύτερη γνώμη» είναι αποθαρρυντική. Υπό αυτή την έννοια, τρεις ήταν οι «μοιραίοι» άνθρωποι πριν ακόμη βγάλω το πρώτο μου βιβλίο – εκείνοι που με παρότρυναν να το δημοσιεύσω, αντί να το κλειδώσω στο συρτάρι: ο Αντώνης Σαμαράκης, η Κατερίνα Γώγου και η Ελενα Ακρίτα. Και στους τρεις χρωστάω ευγνωμοσύνη.

Μέσα σε αυτές τις τέσσερις δεκαετίες συναντήθηκα με την Ελενα ελάχιστες φορές – πάντοτε τυχαία -, αλλά απολάμβανα να διαβάζω είτε τα βιβλία της είτε τα άρθρα της. Συνήθως συμφωνώ με τη γνώμη της – «προσυπογράφω», που λένε -, αλλά έχουν υπάρξει και περιπτώσεις που έχω συλλάβει τον εαυτό μου να διαφωνεί. Ακόμη πιο περίεργα: με έχω «πιάσει», στο ίδιο άρθρο της, να συμφωνώ με έναν συλλογισμό της και να διαφωνώ με έναν άλλο ή να ακολουθώ τον συλλογισμό της έως ένα σημείο κι έπειτα εγώ να στρίβω δεξιά κι εκείνη αριστερά (ή το αντίστροφο). Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο της στα «ΝΕΑ» το περασμένο Σάββατο, υπό τον τίτλο «Για τον Κραουνάκη». Δύσκολα θα έβρισκα άλλο άρθρο της Ακρίτα με το οποίο να διαφωνώ και να συμφωνώ περισσότερο (ταυτοχρόνως).

Η Ελενα κι εγώ, ως μπαρουτοκαπνισμένοι θύτες/θύματα στα social media, έχουμε πικρή επίγνωση του τι σημαίνει να διαγράφει κάποιος τη ζωή σου μονοκοντυλιά ή να αποτιμά αρνητικά ολόκληρη τη σταδιοδρομία σου, μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνεί με την πιο πρόσφατη δήλωσή σου (σιγά μην μπει στον κόπο να τσεκάρει και την προηγούμενη) ή με το κόμμα που ψηφίζεις ή με τον τρόπο που έχεις επιλέξει να διαχειριστείς το σύντομο, φευ, πέρασμά σου από τον πλανήτη. «Δεν το μάθατε από μένα», γράφει σκωπτικά η Ακρίτα, «αλλά δεν μας πέφτει ο τεράστιος λόγος για τη ζωή του Κραουνάκη και του κάθε Κραουνάκη». Εδώ θα έβαζα τρία θαυμαστικά – και τέσσερα, μη σας πω, και πέντε.

Πού κλώτσησα; Εκεί όπου γράφει ότι «σε χρόνια πέτρινα για την Παιδεία και τον Πολιτισμό» στεκόμαστε όλοι «από την ίδια πλευρά του δρόμου». Κι εδώ δεν θα κλωτσούσα, εάν οι καλλιτέχνες που αναφέρει ενδεικτικά πυροδοτούσαν την οργή του ψηφιακού όχλου με το έργο τους και όχι με τις δηλώσεις τους. Για τις ατυχείς δηλώσεις, ωστόσο, κανένας μας δεν μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο. Ούτε εσύ, Ελενα· ούτε εγώ.

 

Γράψτε το σχόλιο σας