Το 2011 πούλησα το σπίτι της γιαγιάς και του παππού μου. Το είχαν αποκτήσει με τον ιδρώτα τους, δουλεύοντας σκληρά όσα χρόνια δεν βρίσκονταν στη φυλακή ή στην εξορία. Το ρευστοποίησα για να αντεπεξέλθω στα χρόνια της βαθιάς κρίσης, όταν κανείς σχεδόν δεν σε πλήρωνε για να γράφεις. Παρέδωσα το κλειδί κι αποχαιρέτησα οριστικά το ευήλιο εκείνο διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη, με το οποίο με συνέδεαν οι τρυφερότερες αναμνήσεις. Με συγκίνηση. Μα δίχως ψήγμα δισταγμού.

Το 2018 η θυγατέρα μου και η μαμά της εγκαταστάθηκαν στο πατρικό μου. «Δεν θα κρατήσουμε τα έπιπλα – θα αλλάξουμε και τη διαρρύθμιση – θα κάνουμε γενική ανακαίνιση» μού ανακοίνωσε η Αλεξάνδρα. Το βρήκα απολύτως εύλογο. Η Νίκη αξίζει το δικό της παιδικό δωμάτιο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στη θέση του δικού μου μα έχει θέα προς το μέλλον, δεν είναι καθηλωμένο στο παρελθόν. Τι σημασία έχει εάν στον τοίχο που εκείνη κολλάει τα αυτοκόλλητα του Χάρι Πότερ και τις φωτογραφίες με τις φιλενάδες της είχα εγώ – σαράντα χρόνια πριν – την αφίσα του Τσε Γκεβάρα; Δεν της το ανέφερα καν. Θα ήταν σαν εμμέσως να της επέβαλλα μια μυθολογία που έχει δικαίωμα να ανακαλύψει μόνη της. Ή και να την αγνοήσει εντελώς.

Κουβάλησα στο σπίτι όπου μένω τα σέα και τα μέα των δυο προηγούμενων γενεών. Από κεντήματα μέχρι κατσαρολικά. Από βιβλία και δίσκους έως φακέλους με φορολογικές δηλώσεις της δεκαετίας του 1960. Τα στοίβαξα στο υπόγειο και λίγα λίγα τα ανέβαζα, τα βγάζαμε με την καλή μου στο μπαλκόνι και τα ξεσκαρτάραμε.

«Αυτήν την καρέκλα την είχαν φέρει από την Πόλη το 1923! Αθάνατη είναι – ένα βερνίκωμα θέλει μόνο!» καυχήθηκα. Και για να αποδείξω τι φίνα δουλειά έκαναν οι μαραγκοί της Μικρασίας κάθισα επάνω της. Η καρέκλα διαλύθηκε από το βάρος μου, σωριάστηκα φαρδύς-πλατύς στο πάτωμα. Πετάξαμε τα ξύλα της στο τζάκι, οι φλόγες έγλειφαν ηδονικά τις αναμνήσεις, τις έκαναν ζέστη. Στη χόβολη ψήσαμε κάστανα.

«Αυτά είναι τα εσώρουχα που φορούσε η εκ πατρός γιαγιά μου την πρώτη νύχτα της με τον παππού μου. Μπορεί ο γάμος να μη φτούρησε, πιάσε όμως το μετάξι να νιώσεις ποιότητα… Ιδού τα στέφανα των γονιών μου! Δεν είχαμε εικονοστάσι, έτσι η μάνα μου τα τύλιξε στο τούλι από τις μπομπονιέρες και τα έκρυψε στο πατάρι… Να και η στολή του σερίφη που μου είχαν αγοράσει από το Μινιόν τις Απόκριες του 1970…».

Ανοιγα επί δύο μέρες κουτιά, φακέλους, πακέτα τυλιγμένα με κορδέλες. «Σκοπεύεις να φτιάξεις ένα μαυσωλείο; Να τα στολίσεις και να κυκλοφορούμε και να ζούμε ανάμεσά τους; Σαν σε ταινία εποχής;». «Δεν μου πάει καρδιά να τα πετάξω… Μήπως να τα δωρίσω σε κάποια συλλογή;».

Τηλεφώνησα στον φίλο μου, στο Μουσείο Μπενάκη. Οσο πιο γλυκά μπορούσε – μη με πληγώσει – με πληροφόρησε ότι οι αποθήκες τους ξεχειλίζουν από χειροτεχνίες και έγγραφα και πάσης φύσεως οικογενειακά κειμήλια. «Παλιά», μου εξήγησε, «συνέβαιναν πόλεμοι, καταστροφές. Πληθυσμοί ξεκληρίζονταν, νοικοκυριά σαρώνονταν. Τα ελάχιστα που έσωζαν οι πρόσφυγες είχαν ιστορική αξία. Εδώ και εβδομήντα χρόνια ζούμε στην Ελλάδα σχετικά ομαλά. Οι άνθρωποι γερνούν και πεθαίνουν και αφήνουν πίσω ακέραιες τις οικοσκευές τους…». «Οι οποίες τι γίνονται;». «Πήγαινε ένα πρωί στο Μοναστηράκι να τις καμαρώσεις!».

Τη χαριστική βολή στη νοσταλγικότητα μού την κατάφερε ένας άλλος φίλος στον οποίον θέλησα να χαρίσω την ντουλάπα της θείας Λουκίας από αγριοτριανταφυλλιά. «Την αγαπούσες τη θεία σου;» με ρώτησε. «Πολύ!». «Την κρατάς άρα στην καρδιά σου. Η ντουλάπα δεν αξίζει τίποτα. Μια λεπτή φλούδα τριαντάφυλλο κι από κάτω καπλαμάς. Αν θες, σου τη μεταφέρω στη χωματερή…».

«Ακου…» συνέχισε. «Πολλά και ωραία χρόνια ζουν εκείνοι που αποφεύγουν να φορτώνονται βάρη. Συναισθηματικά, νομικά, ακόμα και πραγματικά. Εκείνοι που ξαναγεννιούνται με κάθε ευκαιρία. Ο,τι πολύτιμο από τους παππούδες, τους γονείς, την παιδική μας ηλικία, το περιέχουμε θέλουμε-δεν θέλουμε. Ούτε καν οι φωτογραφίες δεν μας είναι απολύτως απαραίτητες – φυλακίζονται οι στιγμές, η αύρα των ανθρώπων στο χαρτί ή στα πίξελ;».

Το ίδιο απόγευμα, βρήκα σκαλίζοντας χίλιες και πλέον σελίδες από νεανικές συγγραφικές μου απόπειρες. Ημιτελή διηγήματα, σκαριφήματα μυθιστορημάτων, μέχρι και ποιήματα σκανδαλωδώς επηρεασμένα από τον Καβάφη στα δεκατέσσερα, από τον Εμπειρίκο στα δεκαεφτά μου. Κράτησα, έτσι για γούστο, καμιά εικοσαριά και τις υπόλοιπες τις πέταξα στα σκουπίδια.

Δεν ξέρω αν παραφάνηκα σκληρός με τον έφηβο εαυτό μου. Επιστρέφοντας πάντως από τον κάδο της ανακύκλωσης, ένιωθα μια ευδαίμονα ελαφρότητα. «Τη ζωή μου μηδενίζω, πάει να πει πως ξαναρχίζω, πίσω δεν ξαναγυρίζω!» τραγουδούσα, παράφωνα πάντα.

Γράψτε το σχόλιο σας