Απόσπασμα από την ανακοίνωση που εξέδωσε χθες το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ σχετικά με την εκδήλωση που θα λάβει χώρα μεθαύριο, κατόπιν πρωτοβουλίας του πρωθυπουργού και παρουσία της Προέδρου της Δημοκρατίας, στον τόπο όπου συντελέστηκε πριν από δέκα χρόνια η τραγωδία της Marfin:

[…] Για να τιμήσουμε τη μνήμη των αδικοχαμένων της MARFIN δεν χρειάζονται κυβερνητικές και διακομματικές φιέστες.

Το ΚΚΕ τιμά τη μνήμη των θυμάτων και θα καταθέσει στεφάνι εκεί που θα στηθεί η πλακέτα μνήμης στις 10.30πμ, στις 9 Μαΐου 2020. Νωρίτερα στις 10 το πρωί θα τιμήσει την 75η επέτειο της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών, όπως έχει ανακοινωθεί ήδη, καταθέτοντας στεφάνι στο μνημείο του Σοβιετικού Στρατιώτη στην Καλλιθέα.

Οι αυτονόητες πράξεις της ενότητας του λαού μας δεν χτίζονται με ενέργειες που υπηρετούν άλλους πολιτικούς σκοπούς και με τη συμμετοχή πολιτικών δυνάμεων, που αξιοποίησαν τότε το θάνατο των εργαζομένων της MARFIN για να συκοφαντήσουν τους δίκαιους αγώνες του λαού μας, πολύ περισσότερο που αυτοί οι δίκαιοι αγώνες γίνεται συστηματική προσπάθεια να ταυτιστούν με την προβοκατόρικη δράση «γνωστών – αγνώστων», οι οποίοι αποδεδειγμένα και διαχρονικά έχουν σχέση με αυτούς τους μηχανισμούς «κρατικούς» και «παρακρατικούς», που οδηγούν σε τραγωδίες σαν αυτές που ζήσαμε στη MARFIN.

Απόσπασμα από την αντίστοιχη ανακοίνωση που εξέδωσε επίσης χθες το Γραφείο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ:

Όπως και τότε, τις δύσκολες μέρες του 2010, έτσι και σήμερα, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, παρά τις κατά καιρούς διχαστικές προσπάθειες, τιμά τα θύματα της Marfin.

[…] Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να ξεχνά ότι η Δικαιοσύνη καταδίκασε τρία ανώτατα στελέχη της τράπεζας γιατί κλείδωσαν τους εργαζόμενους αναγκάζοντάς τους να δουλέψουν υπό την απειλή απόλυσης και απεφάνθη πως «ο θάνατος των υπαλλήλων της Marfin θα είχε αποφευχθεί εάν το συγκεκριμένο κατάστημα της οδού Σταδίου δεν είχε τεράστια προβλήματα ασφαλείας».

[…] Η ανθρώπινη ζωή και ο πόνος των ανθρώπων που μένουν πίσω δεν μπορούν να υπηρετούν επικοινωνιακές σκοπιμότητες, ούτε να γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης και συκοφάντησης των κοινωνικών αγώνων, τόσο τότε όσο και σήμερα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτίσει φόρο τιμής με την κατάθεση στεφάνου στο σημείο που θα στηθεί η πλακέτα μνήμης στις 9:30 το πρωί του Σαββάτου.

Απόσπασμα από δελτίο Τύπου που εξέδωσε προ ημερών η ΟΛΜΕ (Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης) σχετικά με την πρόσφατη συνάντηση που είχε το ΔΣ της Ομοσπονδίας με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και είχε ως αντικείμενο το επικείμενο άνοιγμα των σχολείων και το κατατεθέν προς διαβούλευση νομοσχέδιο:

[…] Για μία ακόμα φορά επισημάναμε ότι θεωρούμε απαράδεκτη την έλλειψη διαλόγου με τις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών, ειδικά όταν πρόκειται για τόσο σοβαρά ζητήματα, και άκρως αντιδημοκρατική την κατάθεση πολυνομοσχεδίου για την Παιδεία εν μέσω πανδημίας, με βασικά συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα να βρίσκονται σε περιορισμό.

[…] Ζητήσαμε την απόσυρση του νομοσχεδίου και σε κάθε περίπτωση να μην προχωρήσουν σε καμία κοινοβουλευτική διαδικασία, πριν αρθεί ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών και οι συνθήκες επιτρέψουν στα σωματεία να προχωρήσουν σε γενικές συνελεύσεις, ώστε να γίνει ουσιαστικός διάλογος.

[…] Για την αξιολόγηση σχολείων και εκπαιδευτικών η θέση του κλάδου είναι γνωστή και θεωρούμε απαράδεκτο μετά από μία δεκαετία υποχρηματοδότησης της παιδείας, αδιοριστίας και ελλείψεων σε εξοπλισμό και υποδομές να επιχειρείται μέσω της αξιολόγησης να χρεωθούν τα προβλήματα της εκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς και τα σχολεία. Καμία απάντηση δε δόθηκε.

Επισημάναμε ότι σύμφωνα με την παιδαγωγική επιστήμη ο αυξημένος ανταγωνισμός και η σχολική αποτυχία αυξάνουν το σχολικό εκφοβισμό και τις παραβατικές συμπεριφορές των μαθητών. Η αύξηση των εξεταζομένων μαθημάτων, η αυστηριοποίηση της προαγωγής, η επαναφορά της διαγωγής και της τράπεζας θεμάτων δεν έχουν κανένα παιδαγωγικό έρεισμα, θα επιφέρουν επιπλέον φόρτο στους μαθητές και θα αυξήσουν την προσφυγή στην παραπαιδεία.

Ειδικά η αναγραφή της διαγωγής στα απολυτήρια είναι άκρως αναχρονιστική, οδηγεί στο διά βίου στιγματισμό των μαθητών και δεν αντιλαμβανόμαστε το λόγο της επαναφοράς της. Η απάντηση που δόθηκε από την υπουργό είναι ότι «σκοπός του σχολείου δεν είναι μόνο να μάθει γράμματα στους μαθητές αλλά να βγάζει σφαιρικά διαμορφωμένους πολίτες και ως εκ τούτου δεν αξιολογείται μόνο η επίδοση αλλά και η συμπεριφορά»!

Για τα πρότυπα σχολεία και την δήθεν «αριστεία», επισημάναμε ότι καμία παιδαγωγική θεωρία δεν συνιστά τέτοιου είδους διαχωρισμό των μαθητών και διαφοροποιήσεις στην εκπαίδευση και ότι η συγκέντρωση των «καλών μαθητών» στα πρότυπα σχολεία θα ρίξει κατακόρυφα το μαθησιακό επίπεδο των υπόλοιπων σχολείων, οδηγώντας τελικά σε υποβάθμιση και κατηγοριοποίησή τους. Καμία απάντηση δε δόθηκε επ’ αυτού.

Τα ανωτέρω αποσπάσματα επιτρέπουν, κατά την προσωπική μου άποψη, την εξαγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων:

Πολιτικά κόμματα που ανήκουν στο λεγόμενο προοδευτικό χώρο και συνδικαλιστικοί φορείς όπως η ΟΛΜΕ, που θα έπρεπε να πρωτοστατούν στην προσπάθεια να αλλάξουν επιτέλους τα κατά κοινή παραδοχή κακώς κείμενα στην κοινωνία μας, αδυνατούν να συμβαδίσουν με την εποχή τους, να αντιληφθούν τη ζώσα πραγματικότητα και τα μηνύματα των καιρών, να ανταποκριθούν στις επιθυμίες και τα αιτήματα των νουνεχών ανθρώπων.

Οι δύο βασικές συνιστώσες της Αριστεράς στη χώρα μας μένουν προσκολλημένες σε μια γλώσσα ξύλινη και ξεπερασμένη, σε φραστικές ακροβασίες και πολιτικοκοινωνικούς όρους που αφορούν το χθες και όχι το σήμερα.

Τα λογικά άλματα, οι απόπειρες συμψηφισμού των εγκλημάτων, τα «ναι μεν αλλά» και οι διχαστικές πρωτοβουλίες συνιστούν μια πολιτική πρακτική που απλώς συντελεί στην περιχαράκωση ενός στενού κομματικού πυρήνα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν απηχεί τις απόψεις της πλειονότητας των μελών της ελληνικής κοινωνίας σήμερα.

Ο Μητσοτάκης εμφανίζεται κυρίαρχος στο σημερινό πολιτικό σκηνικό όχι επειδή κάνει θαύματα, αλλά επειδή πράττει στα κρίσιμα τα αυτονόητα και, προπάντων, επειδή πιάνει το σφυγμό των Ελληνίδων και των Ελλήνων, που, έχοντας μάθει κατά τα φαινόμενα από τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, απορρίπτουν το «χώρια» και ζητούν το «μαζί».

Σε ό,τι αφορά πάλι την ΟΛΜΕ, νισάφι πια, τόσα χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες, περιμένουμε τα αποτελέσματα του ουσιαστικού διαλόγου στον οποίον αναφέρεται η Ομοσπονδία και τίποτα δε βλέπουμε.

Ή μάλλον βλέπουμε τις ατελέσφορες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, αλλά και την παντελή αδυναμία συνεννόησης και συνεργασίας των κομματικών παρατάξεων στους κόλπους των εκπαιδευτικών.

Βλέπουμε επίσης την ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση του δημόσιου «σχολειού», την ολοένα και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση των μαθητών και των μαθητριών από την εκπαιδευτική διαδικασία που συντελείται στα δημόσια σχολεία, την ολοένα και μεγαλύτερη απογοήτευση των άξιων εκπαιδευτικών λόγω της δυσμενούς πραγματικότητας που καλούνται να αντιμετωπίσουν.

Όσο για τις αρνητικές αναφορές της ΟΛΜΕ στην αξιολόγηση σχολείων και εκπαιδευτικών, στην αύξηση των εξεταζόμενων μαθημάτων, στην επαναφορά της διαγωγής και της τράπεζας θεμάτων, στα πρότυπα σχολεία και τη δήθεν «αριστεία», που διαβάσατε ανωτέρω, ένα είναι το συμπέρασμα: η απαλλαγή της ελληνικής εκπαίδευσης και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει από τα ιδεολογικά δεσμά του παρελθόντος είναι ένα εγχείρημα δύσκολο, που πόρρω απέχει από την ολοκλήρωσή του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr