Περισσότερα από εκατό σε μία ημέρα, πάνω από επτακόσια σε δύο. Δεν αυξάνονται μόνο τα κρούσματα εκθετικά, αυξάνονται και τα πρόστιμα σε παραβάτες του μέτρου περιορισμού της κυκλοφορίας. Αλλά όπως συμβαίνει με τα κρούσματα, έτσι και με τα πρόστιμα, η στατιστική είναι ελάχιστα διαφωτιστική. Είναι πολλά ή λίγα; Ο αριθμός είναι αρκετά μεγάλος για να μαρτυρά πως αυτό παραμένει ένα έθνος απείθαρχων ακόμη και απέναντι στον κίνδυνο μιας πανδημίας; Ή, από την άλλη πλευρά, αυτή δεν είναι παρά μια μικρή υποδιαίρεση, η ασήμαντη εξαίρεση σε έναν γενικό κανόνα πειθαρχίας και συμμόρφωσης στα μέτρα;

Είναι ένα ερώτημα εάν η στατιστική προσφέρεται πάντα για ασκήσεις αυτογνωσίας. Αλλά δεν μπορεί να μη συνδυάσει κανείς τον όγκο με τον χρόνο. Οι επτακόσιες παραβάσεις διαπιστώθηκαν στην αρχή της εφαρμογής των μέτρων. Τότε, δηλαδή, που δικαιολογείται η άγνοια; Τότε που μια περίοδος προσαρμογής θεωρείται λογική και επιβεβλημένη; Οχι μόνο. Οι πρώτες ημέρες είναι οι πιο «ξεκούραστες». Είναι αυτές που απαιτούν πολύ λιγότερο κόπο στην τήρηση του μέτρου. Αν λοιπόν τα επτακόσια πρόστιμα μαρτυρούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέτρο απείθειας, τότε μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα γίνει όταν η κόπωση του εγκλεισμού θα έχει κάνει τις αντιστάσεις ακόμη πιο ευάλωτες. Μπορεί να υποθέσει πώς η εκθετική αύξηση των παραβάσεων θα κάνει εκείνη των κρουσμάτων να μοιάζει με απλή αριθμητική.

Αν είναι έτσι, τότε εκείνοι οι καρναβαλιστές που στην αρχή της κρίσης αγνόησαν τις οδηγίες και βγήκαν στους δρόμους για το καρναβάλι τους δεν ήταν απλώς οι πιονιέροι μιας φανταστικής αντίστασης. Ηταν ο καθένας από εμάς. Ηταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας που ο ένας μετά τον άλλον θα ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους για να αποδείξουν πως σε αυτή τη χώρα μπορεί οι κανόνες να ισχύουν για τους άλλους ή μπορεί να μην ισχύουν για κανέναν, αλλά ποτέ για τον καθέναν ξεχωριστά και ποτέ για όλους μαζί. Αυτό, το ξέρουμε, είναι το έθνος της ελευθεροφροσύνης – μιας ελευθεροφροσύνης τόσο ρωμαλέας που κάνει πολλές φορές τους φορείς της να ταυτίζουν τους δημοκρατικούς κανόνες με την πιο ακραία μορφή καταστολής.

Δημοκρατία δεν έχουμε; Εχουμε. Γι’ αυτό, όπως λέει το χάσταγκ που κυκλοφορεί τελευταία, «θα λογαριαστούμε μετά». Γι’ αυτό ανησυχούμε πως η πανδημία δεν είναι παρά η αφορμή για να εκπληρωθεί η προφητεία του μεγάλου αδελφού. Μην τους στέλνετε sms, είπε κάποιος. Το κάνουν για να συγκεντρώνουν στοιχεία που αρνούνται να τους δώσουν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Θέλουν τα δεδομένα μας. Μας φακελώνουν.

Πόσοι, στατιστικά πάντα μιλώντας, είναι έτοιμοι να δώσουν περιεχόμενο στον φόβο τους για το άγνωστο με μια καλή θεωρία συνωμοσίας; Πόσοι έχουν ανάγκη να πιστέψουν πως τίποτε δεν γίνεται στην τύχη και πως τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά όλα υπακούουν σε ένα σκοτεινό σχέδιο που έχουν εξυφάνει κάποιοι; Πολύ περισσότεροι, είναι βέβαιο, από τους απείθαρχους των δύο πρώτων ημερών. Είναι αυτό λοιπόν ένα έθνος απείθαρχων συνωμοσιολόγων;

Η γενίκευση είναι από μόνη της ένα λάθος. Αλλά δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς πως σε μια τέτοια κρίση δοκιμάζονται τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά και αυτής της κοινωνίας και όλων των κοινωνιών χωρίς παράδοση αυστηρής πειθαρχίας. Το χάσταγκ «θα λογαριαστούμε μετά» είναι λάθος και από αυτήν την άποψη. Στην πραγματικότητα, λογαριαζόμαστε κάθε μέρα.

Γράψτε το σχόλιο σας