Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας, αλλά εκείνη που πληγώνει μέχρι σήμερα την τουρκική πολιτική τάξη, συνακόλουθα και μια καθοδηγούμενη τουρκική κοινωνία, είναι η Συνθήκη των Σεβρών (1920). Εκείνη έβαλε τέλος στην πάλαι Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία διαμελίστηκε καταβάλλοντας το τίμημα για τον ρόλο της στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τελευταίος σουλτάνος Μεχμέτ ΣΤ΄, παρέδωσε την κυριαρχία περιοχών από τη Μεσοποταμία (Ιράκ) έως την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και την Αρμενία. Με την ίδια συνθήκη η περιοχή του Κουρδιστάν αποκτούσε κρατική οντότητα, ενώ η Συρία και ο Λίβανος περνούσαν στη σφαίρα επιρροής της Γαλλίας. Το Αιγαίο μεταβαλλόταν παράλληλα σε ελληνική θάλασσα και η περιοχή της Σμύρνης θα μπορούσε πέντε χρόνια αργότερα να προσαρτηθεί στην Ελλάδα με τοπικό δημοψήφισμα. Οσα υπογράφηκαν το 1920 στο παρισινό προάστιο, θέριεψαν το κίνημα των Νεότουρκων που, υπό την ηγεσία του Κεμάλ Μουσταφά, ανέλαβαν λίγο μετά τα ηνία σε μια συρρικνωμένη αυτοκρατορία στα όρια της σημερινής Τουρκίας.

Δεν είναι μια απρόβλεπτη εξέλιξη το ότι με το μνημόνιο Αγκυρας – Τρίπολης, που παρανόμως αναγνωρίζει τουρκικά δικαιώματα στο Αιγαίο, ο Ερντογάν θεωρεί ότι μπήκε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αναστροφής της Συνθήκης των Σεβρών. Το ίδιο προσπαθεί να «πουλήσει» στο εσωτερικό ακροατήριο και με την εισβολή στα βόρεια σύνορα της Συρίας, ενώ αντίστοιχες βλέψεις έχει σχεδόν με όλες τις επιθετικές κινήσεις των τελευταίων ετών που έχει εγκρίνει από το Ακ Σαράι. Ο Ερντογάν επιζητεί μια μεγάλη νίκη που θα παγιώσει μια νέα κατάσταση υπέρ της Τουρκίας και θα τον εμφανίσει ως νέο εθνάρχη στα μάτια του τουρκικού λαού. Το πρόβλημα είναι, όπως παρατηρούν διεθνολόγοι και στρατιωτικοί αναλυτές, ότι αυτό τελικά γίνεται χωρίς σχεδιασμό με στρατηγικό βάθος, ώστε να οδηγήσει και στα επιθυμητά αποτελέσματα. Αντιθέτως, κινείται με τη λογική σερίφη που ανοίξει ταυτόχρονα πολλά μέτωπα, περιορίζοντας και τον κατάλογο με συμμάχους που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους σχεδιασμούς του.

Υστερα από σχεδόν 20 χρόνια στην εξουσία – και μια πορεία που πέρασε από την εικόνα του αναμορφωτή σε μια αλαζονική, αυταρχική και  εντέλει καθεστωτική διακυβέρνηση -, ο Ερντογάν έχει παραμερίσει παλαιούς φίλους και έχει δημιουργήσει μια νέα «αυλή» που ανησυχεί για την επόμενη μέρα. Με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και σχεδόν 100 εκατομμύρια φθηνά εργατικά χέρια και καταναλωτές για δυτικές επιχειρήσεις, έχει ως βασικό στόχο τη διατήρηση των κεκτημένων. Είναι μια κατάσταση που τον μεταβάλλει σε απρόβλεπτο παράγοντα όχι μόνον απέναντι στην Ελλάδα, αλλά για την ευρύτερη περιοχή και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η παραδοξότητα των κινήσεών του προκαλεί αστάθεια που προβληματίζει αρκετά διεθνή κέντρα εξουσίας. Με τους πρόσφυγες να «σπρώχνονται» στον Εβρο και στα τουρκικά παράλια, επιχειρεί να αναδείξει ένα προφίλ ανθρωπιστή, μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες από μια επεκτατική εισβολή στη Συρία. Η νέα επιχείρηση έμμεσης εισβολής στα ευρωπαϊκά σύνορα πιέζει την Ελλάδα, αλλά σε δεύτερο χρόνο προκαλεί και εκβιάζει την Ευρώπη. Παρά την αμηχανία στις αντιδράσεις, στις Βρυξέλλες οι περισσότεροι θεωρούν ότι κάποιος πλέον πρέπει να βάλει το πόδι στο φρένο.

Στην Αθήνα, σχεδόν σε όλο το πολιτικό φάσμα, αντιλαμβάνονται ότι ένας απρόβλεπτος Ερντογάν μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κυρίως επειδή αναθεωρούνται και οι απαντήσεις στο βασικό ερώτημα για τους στόχους των κινήσεων της Αγκυρας. Με το πολεμοχαρές προσωπείο που μεταλλάσσεται σε φιλειρηνικό και την εργαλειοποίηση των προσφύγων, ο Ερντογάν δεν επιδιώκει συνεχώς περισσότερα χρήματα από την Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, επιζητεί μια νέα Συνθήκη – και επιχειρεί να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες που θα οδηγήσουν εκεί. Υπό αυτό το πρίσμα, όσα εκτυλίσσονται στη συνοριακή γραμμή του Εβρου μπορεί να γίνουν χειρότερα.

Γράψτε το σχόλιό σας