Μπορεί η Νάνσι Πελόζι να έσκισε δημόσια το κείμενο της ομιλίας του προέδρου Τραμπ για την «Κατάσταση της Ένωσης» (State of the Union), πράγμα αναμενόμενο αφού ως επικεφαλής της Βουλής των Αντιπροσώπων ηγήθηκε της παραπομπής του σε δίκη στη γερουσία με το ερώτημα της καθαίρεσης, όμως ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε αυτό που ήθελε.

Παρουσίασε μια ομιλία κομμένη και ραμμένη στη δική του απεύθυνση και στο δικό του κοινό. Αποσιώπησε την παραπομπή του, πανηγύρισε την καλή κατάσταση της οικονομίας, υπεραμύνθηκε των σκληρών αντιμεταναστευτικών πολιτικών του και έκανε ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα προς τη θρησκευτικά δεξιά, θέλοντας να αποσπάσει ακόμη μεγαλύτερο μέρος της ψήφου των Ευγγελικών, τμήμα των οποίων δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι η ζωή του Τραμπ δεν είναι ακριβώς το υπόδειγμα του «ενάρετου βίου».

Την ίδια ώρα το Δημοκρατικό Κόμμα διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε να βγάλει έγκαιρα τα αποτελέσματα στην Αϊόβα, Πολιτεία που ξεκινά τον κύκλο των προκριματικών εκλογών και η οποία έχει το περίπλοκο σύστημα των caucus, ενώ ακόμη και όταν άρχισαν να βγαίνουν τα αποτελέσματα, παρά την έκπληξη που προκάλεσε άνοδος του Πιτ Μπούτιτζιτζ, φάνηκε ότι το ερώτημα για τον υποψήφιο παραμένει ανοιχτό.

Η δυσκολία της εκλογικής μάχης

Σε πείσμα μιας εικόνας που έχουμε για τις εκλογές στις ΗΠΑ ως πολιτική μάχη που κερδίζεται στη βάση των επικοινωνιακών εκστρατειών, στην πραγματικότητα οι εκλογές κρίνονται στις ιδιαιτερότητες του εκλογικού νόμου και τα σύνθετα δημογραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του εκλογικού σώματος και άρα στις θέσεις πάνω σε μια σειρά από ζητήματα.

Το 2016 η Χίλαρι Κλίντον πήρε 2,1% περισσότερο από τον Ντόναλντ Τραμπ ή 2.868.686 ψήφους. Ωστόσο, λόγω του αρχαϊκού συστήματος του «Κολεγίου των Εκλεκτόρων» ο Ντόναλντ Τραμπ που κέρδισε περισσότερες Πολιτείες πήρε την προεδρία με 304 εκλέκτορες έναντι 227. Τη διαφορά έκαναν έξι Πολιτείες και μία περιφέρεια που μετατοπίστηκαν στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικάνων: η Φλόριντα, η Πενσυλβανία, το Οχάιο, το Μίσιγκαν, το Ουισκόνσιν, η Αϊόβα και η δεύτερη περιφέρεια του Μέιν.

Το ίδιο το εκλογικό σώμα εμφανίζει σαφείς διαιρέσεις, που είχαμε δει και σε προηγούμενες μάχες. Οι Δημοκρατικοί παίρνουν συντριπτικά όσους αυτοπροσδιορίζονται ως liberal (που στις ΗΠΑ σε αντίθεση με την Ευρώπη έχει μια πιο προοδευτική σημασία), ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι όσους δηλώνουν συντηρητικοί, με τους μετριοπαθείς διαιρεμένους. Ο Τραμπ υπερτερούσε στους άντρες, στις/ους έγγαμους, στους λευκούς, σε όλες τα παραλλαγές χριστιανών, στους συχνά εκκλησιαζόμενους, στους Ευαγγελικούς, στους άνω των 40, τους ψηφοφόρους σχετικά κατώτερης μόρφωσης, στα υψηλά εισοδήματα, τους μη συνδικαλισμένους, αυτούς που θεωρούν την μετανάστευση και την τρομοκρατία ως σημαντικά θέματα, αυτούς που κατοικούν σε προάστια και αγροτικές περιοχές καθώς αυτούς που μένουν στις Μεσοδυτικές και Νότιες Πολιτείες. Η Κλίντον υπερτερούσε στις γυναίκες, τις/τους άγαμους, όλες τους μη λευκούς, τους μη χριστιανούς, τους λιγότερο εκκλησιαζόμενους, τους κάτω των 40, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, τα χαμηλά εισοδήματα, τις Βορειοανατολικές και Δυτικές Πολιτείες και τους κατοίκους των πόλεων.

Σε αυτό το τοπίο οι Δημοκρατικοί πρέπει να βρουν έναν τρόπο είτε να φέρουν επιπλέον ψηφοφόρους στις κατηγορίες που ούτως ή άλλως έχουν ισχυρή απήχηση, είτε να κερδίσουν ψηφοφόρους σε κατηγορίες και κυρίως σε Πολιτείες που ο Τραμπ έχει απήχηση.

Το σύνθετο τοπίο των Δημοκρατικών

Το 2016 οι Δημοκρατικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι γρήγορα με ένα δίλημμα. Εάν θα προτιμούσαν έναν πολιτικό με μεγάλη απήχηση και εντυπωσιακή ικανότητα να κερδίζει υποστηρικτές και να συγκεντρώνει τεράστια ποσά από μικρές ενισχύσεις, το γερουσιαστή του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, έναν από τους ελάχιστους αμερικανούς πολιτικούς πρώτης γραμμής που αυτοπροσδιορίζεται ως «σοσιαλιστής», ή μια εκπρόσωπο της «συστημικής πτέρυγας» του κόμματος, βγαλμένη μέσα από τους διαδρόμους της εξουσίας στην Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένης της θητείας στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τη Χίλαρι Κλίντον. Προτίμησαν, οριακά, τη δεύτερη, παρότι οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι ο Σάντερς θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη εκλογική απήχηση.

Το 2020 τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Οι Δημοκρατικοί δείχνουν να ταλαντεύονται ανάμεσα σε υποψηφιότητες με έντονο «συστημικό» χαρακτήρα, για να διεκδικήσουν την ψήφο των μετριοπαθών, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τον πρώην αντιπρόεδρο που Ομπάμα Τζο Μπάιντεν ή την υποψηφιότητα του πρώην δημάρχου της Νέας Υόρκης Μάικλ Μπλούμπεργκ, σε υποψηφιότητες που προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε συστημικές τοποθετήσεις και την επικοινωνία με το κοινό που στις προηγούμενες εκλογές είχε στηρίξει τον Σάντερς, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελίζαμπεθ Γουόρεν και φυσικά στην υποψηφιότητα του ίδιου του Σάντερς που δείχνει να έχει ξεχωριστή δυναμική, στηριζόμενος κυρίως σε ένα εξαιρετικά εκτεταμένο δίκτυο εθελοντών και μια αξιοθαύμαστη ικανότητα συγκέντρωσης μεγάλων ποσών από μικρές εισφορές

Η έκπληξη Μπούτιτζιτζ

Ο Πητ Μπούτιτζιτζ αποτέλεσε την έκπληξη των αποτελεσμάτων στις προκριματικές της Αϊόβα.

Με καταμετρημένο το 75% των αποτελεσμάτων σε αυτό το παράξενο σύστημα εκλογής, ο Μπούτιτζιζ υπολείπεται του Σάντερς σε απόλυτο αριθμό ψήφων των ανθρώπων που προσήλθαν στα caucus, τόσο ως προς την πρώτη όσο και ως προς τη δεύτερη ψήφο, όμως λαμβάνει περισσότερο αριθμό δυνητικών αντιπροσώπων οπότε γι’ αυτό θεωρείται ότι προηγείται.

Ο  38χρονος Μπούτιτζιτζ, πρώην δημοφιλής δήμαρχος του Σάουθ Μπέντ της Ιντιάνα και το πρώτο ανοιχτά γκέι άτομο που διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών, παρότι γιός ενός καταγόμενου από τη Μάλτα σημαντικού μαρξιστή πανεπιστημιακού και μεταφραστή των Τετραδίων της Φυλακής του Αντόνιο Γκράμσι, δεν προσέρχεται ως υποψήφιος με ριζοσπαστικές απόψεις.

Οι υποστηρικτές του Σάντερς τον κατηγορούν ότι εκπροσωπεί μια λογική «προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού» ανάλογου με αυτού της Χίλαρι Κλίντον. Και όντως οι θέσεις του πάντα προσπαθούν να συνδέσουν ζητήματα ισότητας και δικαιωμάτων με ζητήματα επιχειρηματικότητας.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Μπούτιτζιτζ προσπαθεί να μιμηθεί τη στρατηγική του Ομπάμα. Η ρητορική του είναι παρόμοια με του Ομπάμα, οι απόψεις του ένα ανάλογο μίγμα «κεντρώων» απόψεων και η προσπάθειά του εμφανής να μετατρέψει το γεγονός ότι δεν έχει εμπειρία μεγάλη από την Ουάσιγκτον σε πλεονέκτημα. Επίσης, όπως και ο Ομπάμα θέλει να χρησιμοποιήσει τη νίκη στην Αϊόβα σαν εφαλτήριο για να πάει στις άλλες Πολιτείες με αέρα νίκης.

Πάντως, παρά την καλή παρουσία στην Αϊόβα, ο Μπούτιτζιτζ υπολείπεται του Σάντερς στις δημοσκοπήσεις για το Νιου Χάμπσαϊρ και τη Νεβάδα, τις δύο επόμενες Πολιτείες με προκριματικές εκλογές.

Το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος αντιμέτωπο με την αποτυχία του Μπάιντεν

Ο μεγάλος χαμένος σε αυτή την εκλογική ήταν το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος που επένδυσε στην υποψηφιότητα Μπάιντεν και κυρίως έδωσε μάχη για να μην πάει καλά ο Σάντερς. Η τέταρτη θέση του Μπάιντεν ακύρωσε τα σχέδια του να αποκτήσει εξαρχής αέρα νικητή, την ώρα που η καμπάνια του Σάντερς δείχνει να διατηρεί μια ισχυρή δυναμική, παρά την κριτική που δέχτηκε για το πώς χειρίστηκε επικοινωνιακά το αποτέλεσμα της Αϊόβα, αφήνοντας χώρο στον Μπούτιτζιτζ να κερδίσει επιπλέον δημοσιότητα.

Το εάν θα υπάρξει μια προσπάθεια να στηριχτεί ακόμη περισσότερο ο Μπάιντεν, ή να υπάρξει μετατόπιση προς την υποψηφιότητα Μπλούμπεργκ (με την τεράστια οικονομική άνεση), ή να υπάρξει στήριξη στον Μπούτιτζιτζ ως πιο «κεντρώο» έναντι του Σάντερς, είναι κάτι που θα φανεί τις επόμενες μέρες και θα κριθεί και από τα αποτελέσματα στις δύο επόμενες προκριματικές εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανές ότι τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δείχνουν ότι η βάση των Δημοκρατικών δεν αναζητά ακριβώς μια υποψηφιότητα «μέσου όρου», την ώρα που ο ίδιος ο μηχανισμός δύσκολα μπορεί να αποδεχτεί μια υποψηφιότητα που τη θεωρεί υπερβολικά ριζοσπαστική όπως του Σάντερς.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr