«Κάτσε πολύ προσεκτικά, πάρα πολύ απαλά! Ετσι… Αμα μπορείς, μην ακουμπάς καν την πλάτη σου πίσω… Μη ρίχνεις, εννοώ, το βάρος σου…».

Τον κοίταξα παραξενεμένος. Υπάρχουν τζαναμπέτηδες ταξιτζήδες, έτοιμοι να αρπαχτούν με τον πελάτη έτσι κι ανοίξει μια χαραμάδα το παράθυρό του. Που τον προειδοποιούν σκαιότατα να μην τολμήσει να βαρέσει βγαίνοντας την πόρτα. Που αν βγάλεις εικοσάρικο για να τους πληρώσεις αντιδρούν λες και τους σκότωσες τη μάνα και τον πατέρα – «κι εγώ πού θα βρω ψιλά να σου χαλάσω;» ολοφύρονται.

Εκείνος δεν ήταν τέτοιος. Το πρόσωπό του είχε μια φυσική ευγένεια, η φωνή του μια συστολή, ζύγιζε κάθε λέξη πριν την εκστομίσει. «Συγγνώμη, φίλε, μα πριν από εσένα πήρα τον άνθρωπο-ελέφαντα και μου το έσπασε το κάθισμα. Δεν έφταιγε βέβαια – ξεχείλιζε από παντού… Πρέπει να πάω τώρα να το επισκευάσω. Τις ζημιές δεν τις πληρώνει ο ιδιοκτήτης του ταξί. Ούτε βέβαια το μεροκάματο που χάνεις στο συνεργείο. Είμαι φτωχός, γαμώτο! Δουλεύω όλη μέρα για φραγκοδίφραγκα! Τον καφέ τον πίνω με ρέγουλο – αν πεις για τα τσιγάρα, λαθραία μόνο – στούκας… Το λες ζωή αυτό το πράγμα;» κατέληξε σπαραχτικά.

«Τι θα ‘θελες να κάνεις στη ζωή σου;» τον ρώτησα. «Ξέρω γω; Να ψαρεύω. Να ‘χω ένα ουζερί πλάι στο κύμα, να ψήνω χταπόδια στα κάρβουνα. Να μαζεύω ακόμα-ακόμα πεταμένα καπάκια από την αμμουδιά, μου φτάνει να αναπνέω τον θαλασσινό αέρα… Ομως τρέχω, ο μαλάκας, πίσω από τις υποχρεώσεις μου!». «Εχεις πολλές υποχρεώσεις;». «Τα συνηθισμένα… Και ποιο το όφελος; Τα παιδιά μου τα βλέπω δέκα λεπτά τη μέρα, όταν τα πηγαίνω στο σχολείο. Με τη γυναίκα μου έχουμε να βρεθούμε οι δυο μας – καταλαβαίνεις τι εννοώ – μήνες ολόκληρους, σαν κούτσουρο πέφτω στο στρώμα. Είναι και η πεθερά μέσα στο σπίτι… Πώς τα κατάφερα τόσο σκατά, μου λες;».

 

Οι περισσότεροι στη θέση του δεν θα αναλάμβαναν ίχνος προσωπικής ευθύνης για την κακή τους καθημερινότητα. Θα τα ‘ριχναν στην άδικη κοινωνία. Στην κυβέρνηση. Στους γονείς τους που δεν τους έδωσαν αρκετά εφόδια. Στην τύχη που δεν τους κλήρωσε το τζακ-ποτ. Θα στεγάζονταν σε κάποιο κόμμα αποσκοπώντας σε ένα ελάχιστο προσωπικό όφελος ή έστω στην παρηγορητική αίσθηση του ανήκειν. Θα δυνάμωναν το ραδιόφωνο, να ακούσουν για σκάνδαλα και ρεζιλίκια και συνωμοσίες, να εμπεδωθεί η άποψή τους πως ο κόσμος είναι ένας απέραντος βόθρος και η μοναδική επιλογή το «σκάσε και κολύμπα!».

Ο ταξιτζής μου δεν ήταν τέτοιος. Φρέναρε το αμάξι στην Πλατεία Κυψέλης. «Στο τσακ είμαι» μου ανακοίνωσε «να το αφήσω εδώ και να φύγω. Να τηλεφωνήσω στον ιδιοκτήτη και να του πω να ψάξει για καινούργιο οδηγό». «Και πού να πας;». «Οπου με βγάλει η άκρη. Μην με παρεξηγήσεις – δεν εννοώ να εγκαταλείψω την οικογένειά μου. Επείγει όμως να βάλω το άλογο μπροστά απ’ το κάρο. Αλλιώς και το άλογο θα ψοφήσει και το κάρο θα κλατάρει».

Βρήκα τη μεταφορά που χρησιμοποίησε εξαιρετική. Το κάρο συμβολίζει – τι άλλο; – τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής μας, τα ζόρια, τους περιορισμούς. Το άλογο τη φυσική λαχτάρα μας να απολαύσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναπτυχθούμε ελεύθερα στον χώρο για όσο – λίγο – χρόνο διαρκέσει το πέρασμά μας από τη γη.

 

Η καταστροφικότερη εντολή που δίνεται εξ απαλών ονύχων στους ανθρώπους – ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος -, η οποία τους καταδικάζει σε ισόβιο μαρασμό, είναι να βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο. «Δεν είμαστε εμείς, τώρα, για τέτοια!» τους κουνούν το δάχτυλο στο σπίτι, στο σχολείο, στη γειτονιά. «Μάθε να ρουφάς την ανάσα σου. Να θέτεις την ορμή σου στην υπηρεσία μακροπρόθεσμων στόχων. Μη βγάζεις τα πόδια σου έξω απ’ το πάπλωμα, μην εκτίθεσαι, μη μιλάς δυνατά, μη γελάς τρανταχτά, θα πάθεις ζημιά. Μη λες τη γνώμη σου – ιδίως όταν διαφέρει από τη γνώμη των πολλών – τι το πέρασες; Εάν αντιθέτως πορευτείς σεμνά και ταπεινά, θα έρθει κάποτε η στιγμή να ανταμειφθείς. Εάν όχι εσύ, τα παιδιά σου».

Αμ δε! «Life is a state of mind» έλεγε ο Πίτερ Σέλερς, από τις πιο ταλαντούχες μορφές του 20ού αιώνα. «Ζωή» σε ελεύθερη μετάφραση «σημαίνει φρόνημα». Πώς να ανθίσεις, πώς να ερωτευτείς, πώς να ευημερήσεις, εάν η ψυχική σου ραχοκοκαλιά έχει τσακίσει; Εάν νιώθεις τον εαυτό σου μεταχρονολογημένη επιταγή, προορισμένη να εισπραχθεί στο αβέβαιο μέλλον ή στους ουρανούς; Και τα τραγούδια σου ακόμα θα ‘ναι μίζερα, πικρόχολα. Μόνο για προδοσίες θα μιλάνε, συμφορές, και για καψούρες δίχως ανταπόδοση…

Ελπίζω να παράτησε το ταξί και να πήγε για ψάρεμα. Να έβαλε, έστω στα σαρανταπέντε του, το άλογο μπροστά απ’ το κάρο.

Το αυτό ποθώ και δι’ ημάς.

Γράψτε το σχόλιο σας