Το φως στο τούνελ που βλέπει η ελληνική οικονομία, μετά τις θυσίες μίας δεκαετίας, κατά πόσο ψευδαίσθηση είναι; Πίνουμε μήπως ως πλασέμπο την “κανονικότητα” ή όντως το στοίχημα για την ανάπτυξη του 2,8% το 2020 τείνει σε μία κοντινή πραγματικότητα.

Σε αυτά τα δέκα χρόνια άλλαξαν πολλά στις ζωές μας, έφυγε μεγάλος αριθμός Ελλήνων στο εξωτερικό, χάθηκαν 47 δισ. ευρώ από το ΑΕΠ, εκ των οποίων τα 35 δισ. ευρώ αφορούν την ιδιωτική κατανάλωση. Μειώθηκαν κατά 488.000 οι θέσεις απασχόλησης, με τους εργαζομένους να περιορίζεται στα 4,216 εκατομμύρια από 4,705 εκατομμύρια. Την ίδια ώρα, χάθηκαν καταθέσεις 100 δισ. ευρώ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία αυξήθηκαν κατά 60 δισ. ευρώ στα 105 δισ. ευρώ. Στα όρια της φτώχειας κινείται το 45% του πληθυσμού από 18,9%.

Οι συγκλίνουσες προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δείχνουν πως έρχεται μία διετία κατά την οποία, αν δεν γίνει κάτι σοβαρό στο διεθνές μέτωπο, θα υπάρξουν βελτιώσεις όχι μόνον στους δείκτες, αλλά και στην τσέπη μας. Ήδη, τα στατιστικά νέα που δημοσιεύονται τείνουν να επιβεβαιώσουν αυτό κλίμα αισιοδοξίας που διακατέχει εγχώριους και ξένους αναλυτές.

Ήδη, έχουν ψηφιστεί μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης ύψους 1,2 δισ. ευρώ στον φετινό προϋπολογισμό και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών έως 5% σε βάθος τετραετίας, με στόχο να μεταφραστούν σε τόνωση των επενδυτικών ροών.

Εντός της τρέχουσας χρονιάς η ελληνική οικονομία αναμένεται να βρεθεί έξι φορές στο μικροσκόπιο των μεγάλων οίκων αξιολόγησης, με αναβαθμίσεις που θα βάζουν στο μικροσκόπιο επενδύσεις, κόκκινα δάνεια και ιδιωτικοποιήσεις. Ένα από τις προκλήσεις του 2020 είναι η µετατόπιση του κέντρου βάρους από τις εξαγωγές στην ιδιωτική κατανάλωση. Για παράδειγμα, η UBS αναµένει ρυθµούς ανάπτυξης της τάξης του 2,5% με τις αισιοδοξία να πηγάζει από το βελτιωµένο οικονοµικό κλίµα, την αγορά εργασίας, τον τουρισµό, τις µειώσεις των φόρων και τα κοινοτικά κονδύλια. Η Bank of America επισημαίνει πως η αλλαγή του µείγµατος δηµοσιονοµικής πολιτικής µε τη σταδιακή µείωση του βάρους της φορολογίας θα στηρίξει την ανάπτυξη τόσο µεσοπρόθεσµα όσο και µακροπρόθεσµα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι, παρά τους αδύναμους ρυθμούς ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα θα κινηθεί με ρυθμό ανάπτυξης λίγο πάνω από 2% το 2019 και γύρω στο 2,5% το 2020. Εκτιμά, επίσης, ότι θα επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και το 2020.

Θετικές ειδήσεις

Στα θετικά νέα του 2020, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, μειώθηκε σχεδόν κατά δύο μονάδες η ανεργία μέσα σε έναν χρόνο καθώς τον Οκτώβριο του 2019 ανήλθε στο 16,6% από 18,5% τον Οκτώβριο του 2018. Πτώση καταγράφεται και σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2019 οπότε το ποσοστό της ανεργίας ήταν στο 16,8%, . Οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 65.570 άτομα σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2018 (αύξηση 1,7%).

Οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 98.069 άτομα σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2018 (μείωση 11,2%) και κατά 12.294 άτομα σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2019 (μείωση 1,5%).

Τη ίδια ώρα, ιστορικό υψηλό 13 χρόνων (από το Νοέμβριο του 2007 – λίγο πριν την κρίση) κατέγραψε ο δείκτης οικονομικού κλίματος το Δεκέμβριο, ενώ σε ιστορικά υψηλό επίπεδο 19 ετών βρίσκεται και η καταναλωτική εμπιστοσύνη, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος το Δεκέμβριο ενισχύθηκε στις 109,5 μονάδες από 107,0 μονάδες τον Νοέμβριο.

Ανοδικά οι περισσότεροι δείκτες παρά τη διεθνή συγκυρία

Το λιανικό εμπόριο ήταν ο μοναδικός κλάδος στον οποίο η τάση ήταν πτωτική παρά τη νέα βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης που τη διαμόρφωσε σε ιστορικά υψηλό επίπεδο 19 ετών. Παράλληλα, μια σειρά από δείκτες της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά παρά την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και τα σημεία έντασης στη γεωγραφική περιοχή μας.

Οι πλέον σημαντικές εξελίξεις εγχωρίως αφορούν στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησης και τη μείωση των φορολογικών βαρών, με επιχειρήσεις και νοικοκυριά να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Η εξέλιξη της προσαρμογής θα εξαρτηθεί από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Άλλωστε, η παραγωγική της βάση είναι συρρικνωμένη από τη χρόνια αποεπένδυση, η αγορά εργασίας είναι πιο ευέλικτη αλλά με αναντιστοιχίες προσφοράς και ζήτησης, ενώ παραμένουν εμπόδια σε επιμέρους οικονομικές δραστηριότητες. Οι επιλογές της οικονομικής πολιτικής θα είναι καθοριστικές στη σταθεροποίηση της ανάκαμψης και την επιτάχυνσή της και οι όποιες παρεμβάσεις και μέτρα πρέπει να στοχεύουν στην ενίσχυση της οικονομίας μεσοπρόθεσμα».

Αναλυτικότερα:

– στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση δεν μεταβλήθηκε, καθώς ο δείκτης των εκτιμήσεων για τα αποθέματα μεταβλήθηκε οριακά και οι προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες αυξήθηκαν ήπια.

– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για το πρόγραμμα υποχώρησαν έντονα, όπως και οι αρνητικές προβλέψεις για την απασχόληση.

– στο λιανικό εμπόριο, οι θετικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύονται ήπια, οι αλλαγές στις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξή τους είναι οριακές, ενώ τα αποθέματα διογκώνονται.

– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων μεταβάλλονται ήπια, όπως και οι αντίστοιχες για την τρέχουσα ζήτηση αλλά και οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξή της.

– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας αλλά και την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους επιδεινώνονται, ενώ ενισχύονται η πρόθεση για αποταμίευση και οι εκτιμήσεις για μείζονες αγορές.

Μέτρο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους ανακοίνωσε ο ESM

Την ενεργοποίηση ενός ακόμα μέτρου ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, της κατάργησης της επιτάχυνσης του περιθωρίου επιτοκίου δανείων, σε συνέχεια της θετικής απόφασης του Eurogroup του περασμένου Δεκεμβρίου ανακοίνωσε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, το ΔΣ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) αποφάσισε να μειώσει στο μηδέν την επιτάχυνση του περιθωρίου επιτοκίου επί των ελληνικών δανείων για την περίοδο μεταξύ 17 Ιουνίου 2019 και 31 Δεκεμβρίου 2019, ως μέρος των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκαν για τη χώρα. Το κέρδος για την Ελλάδα από την εν λόγω μείωση ανέρχεται σε 122,15 εκατ. ευρώ

Γράψτε το σχόλιο σας