Άλλη μια έρευνα ήρθε να θυμίσει το πρόβλημα της παραοικονομίας στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια πρόκειται για μια μελέτη που ανήκει στα Working Papers του ΔΝΤ, δηλαδή τα κείμενα εργασίας των οικονομολόγων του. Έχει τίτλο “Explaining the Shadow Economy in Europe: Size, Causes and Policy Options” (Εξηγώντας τη σκιώδη οικονομία στην Ευρώπη: Μέγεθος, αίτια και επιλογές πολιτικής) και συγγραφείς του είναι οι B. Kelmanson, K. Kirabaeva, L. Medina, B. Mircheva και J. Weiss.

Η μελέτη αυτή διαπιστώνει ότι η χώρα μας παρότι κατατάσσεται στις αναπτυγμένες χώρες με βάση την κατάταξη του ΔΝΤ έχει μια σκιώδη οικονομία που ξεπερνά το 30% του ΑΕΠ, κάτι που συνήθως το παρατηρούμε σε αναδυόμενες οικονομίες όπως αυτές της Ανατολικής Ευρώπης.

Η μελέτη αυτή δεν είναι ακριβώς εμπειρική, μια που είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί ποσοτικά το μέγεθος του ΑΕΠ που προέρχεται από την παραοικονομία με βάση άμεσα προσβάσιμα εμπειρικά δεδομένα. Αντίθετα, χρησιμοποιεί μια προσέγγιση μοντέλου, την MIMIC (Multiple Indicators – Multiple Causes). Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιεί άλλες παραμέτρους της οικονομίας από το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού μέχρι την παραγωγικότητα και το βαθμό κυβερνητικής αποτελεσματικότητας ώστε να μπορέσει να ανασυγκροτήσει το ποσοστό της παραοικονομίας που λανθάνει πίσω από αυτές τις παρατηρούμενες παραμέτρους.

Ανεξαρτήτως της ακρίβειας της μεθόδου πάντως παραπέμπει σε ένα πραγματικό ζήτημα, ενώ την ίδια ώρα η μελέτη υπενθυμίζει τα προβλήματα που δημιουργεί η σκιώδης οικονομία πρώτα και κύρια ως προς την απώλεια δημόσιων εσόδων για τη φορολογία και το ασφαλιστικό σύστημα, ιδίως όταν τα έσοδα από άτυπες δραστηριότητες ανακυκλώνονται σε άτυπες δραστηριότητες και δεν καταναλώνονται με τρόπους που επιτρέπουν φορολόγηση.

Τι γεννά την παραοικονομία στην ελληνική περίπτωση

Η συζήτηση για την παραοικονομία στην Ελλάδα γίνεται εδώ και πολλά χρόνια. Για χρόνια θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είχε να κάνει με το ιδιαίτερο καθεστώς που απολάμβαναν ορισμένες οικονομικές πρακτικές, που παρότι ήταν από τυπική άποψη «σκιώδεις» θεωρούνταν ανεκτές, όπως για π.χ. η πώληση αγροτικών προϊόντων από τους ίδιους τους παραγωγούς.

Έπειτα, μια ορισμένη αντίληψη είτε των ασφαλιστικών εισφορών (με κλάσεις και όχι ως ποσοστό επί των εισοδημάτων) είτε της φορολογίας (αντικειμενικά τεκμήρια) επίσης δεν έδινε ιδιαίτερο κίνητρο ώστε να δηλώνονται και να καταγράφονται εισοδήματα.

Το γεγονός επίσης ότι μια σειρά από υπηρεσίες προσφέρονταν από άτομα και όχι εταιρείες επίσης συνέτεινε στη διατήρηση του άτυπου χαρακτήρα. Επιπλέον, μια σειρά από κλάδους στηρίζονταν στη περιστασιακή, αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία (από την εστίαση μέχρι αγροτικές εργασίες).

Όμως, αρκετά από αυτά έχουν αλλάξει και μια σειρά από υπηρεσίες και προϊόντα πλέον προσφέρονται μόνο υπό την προϋπόθεση να έχουν τυπική μορφή. Ακόμη και στις λαϊκές αγορές βλέπει κανείς ταμειακές μηχανές, ενώ υποτίθεται ότι αλλαγές όπως π.χ. ο ποσοστιαίος υπολογισμός των ασφαλιστικών εισφορών θα έπρεπε να ενισχύει την τάση να περνάμε από άτυπες σε τυπικές μορφές όπως και η γενική απαίτηση να εμφανίζουν οι φορολογούμενοι δαπάνες και δη με χρήση πιστωτικής / χρεωστικής κάρτας για να έχουν αφορολόγητο. Όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα συνεχίζεται.

Χαμηλά εισοδήματα και υπερφορολόγηση

Το πρόβλημα στην ελληνική περίπτωση με τη συνεχιζόμενη ύπαρξη σημαντικής παραοικονομίας έχει να κάνει με συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν την ελληνική οικονομία.

Εάν είναι να αποφύγουμε στερεότυπα για κάποια υποτιθέμενη τάση προς την παραβατικότητα, τότε δύο παράμετροι είναι κρίσιμοι: η υπερφορολόγηση και ο τρόπος που η οικονομική κρίση οδήγησε σε μια συρρίκνωση των εισοδημάτων.

Ως προς την υπερφορολόγηση έχει συζητηθεί πολλές φορές το πώς εάν συνυπολογίσουμε την φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, το τέλος επιτηδεύματος και την προκαταβολή φόρου, ένας ελεύθερος επαγγελματίας μπορεί να βρεθεί να δίνει έως και το 70% των εισοδημάτων του, την ώρα που ως καταναλωτής έχει να αντιμετωπίσει και αυξημένους ΦΠΑ.

Προφανώς και εάν αναλογιστούμε ότι στα σύγχρονα κράτη το 40%-50% του ΑΕΠ είναι δημόσια δαπάνη, θα περίμενε κανείς να υπάρχει όντως επιβάρυνση στην «επιχειρηματική δραστηριότητα». Όμως υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε μια επιβάρυνση 40% και μια επιβάρυνση 70%.

Την ίδια ώρα μέσα σε μια κοινωνία που αντιμετώπιση μια πολύ μεγάλη οικονομική συρρίκνωση, οι ίδιες οι αμοιβές για παροχή διαφόρων υπηρεσιών παραμένουν χαμηλές.

Ως αποτέλεσμα, διαμορφώνεται ένα πραγματικό κίνητρο ένα μέρος του εισοδήματος να είναι αδήλωτο και άρα να μην υφίσταται υπερφορολόγηση.

Την ίδια ώρα το γεγονός ότι τη μεγαλύτερη επιβάρυνση την υφίστανται οι «ελεύθεροι επαγγελματίες» με μικρά εισοδήματα, σημαίνει ότι π.χ. για μισθωτούς η όποια παράλληλη απασχόληση συμπληρώνει το εισόδημα δεν έχει κίνητρο να είναι δηλωμένη. Μάλιστα εδώ παρατηρούμε το φαινόμενο οι χαμηλοί μισθοί και ημερομίσθια να σπρώχνουν στην παράλληλη απασχόληση και ταυτόχρονα να την κάνουν συμφέρουσα μόνο εάν είναι αδήλωτη.

Μάλιστα, φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να συμφέρει συχνά ορισμένους φορολογούμενους να έχουν τη δική τους «παράλληλη» οικονομία. Δηλαδή, να συνδυάζουν την δική τους αδήλωτη εργασία ή παροχή υπηρεσιών με την αντίστοιχη πληρωμή επίσης αδήλωτων υπηρεσιών που ως καταναλωτές μπορεί να έχουν ανάγκη. Ο τεχνικός κάνει επισκευές χωρίς να κόβει απόδειξη για να μπορεί να πληρώσει τα ιδιαίτερα μαθήματα του παιδιού, επίσης χωρίς απόδειξη.

Η «πάταξη» δεν είναι πάντα η λύση

Μέχρι τώρα η αντιμετώπιση της παραοικονομίας υπήρξε κυρίως αστυνομική, με σημαντικές επιβαρύνσεις όποτε διαπιστώνεται, χωρίς ουσιώδη κίνητρα ώστε να μην υπάρχουν αδήλωτες πρακτικές. Η χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών που το ίδιο το Δημόσιο προσφέρει μάλλον δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα.

Καταρχάς είναι σαφές ότι όσο δεν υπάρχει πραγματικά οικονομική ανάπτυξη που να επιτρέπει αμοιβές που να μην κινούνται γύρω από ιδιαίτερα χαμηλά όρια, το κίνητρο της αποφυγής φορολογίας ώστε να μένει ένα εισόδημα επιβίωσης θα είναι πραγματικό.

Έπειτα, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να συνεχίζονται πρακτικές που παραπέμπουν όχι σε φορολογία αλλά σε ένα ιδιότυπο φορολογικό καψώνι, όπως η προκαταβολή φόρου, ένα μέτρο ιδιαίτερα τιμωρητικό στην πραγματικότητα, πάλι θα υπάρχει κίνητρο να αποφυγή.

Αντίθετα, η πραγματική αναλογικότητα στην φορολογία, που θα επιτρέπει ένα αξιοπρεπές διαθέσιμο εισόδημα, σε συνδυασμό με την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών δίνει πραγματικό κίνητρο να μην υπάρχουν αδήλωτες πρακτικές.

Η «φορολογική συνείδηση» χτίζεται και από τις δύο πλευρές

Προφανώς και πέραν των παραπάνω υπάρχουν και ριζωμένες νοοτροπίες που συντηρούν την αδήλωτη εργασία και δεν κατανοούν ότι σε τελική ανάλυση τέτοιες πρακτικές ζημιώνουν την οικονομία και ωθούν και το δημόσιο σε «τιμωρητικές» πρακτικές για να καλύψει τις απώλειες.

Μόνο που η κατάκτηση της «φορολογικής συνείδησης» απαιτεί και μια άλλη στάση από το κράτος. Απαιτεί την προσφορά υπηρεσιών υψηλού επιπέδου, την λήψη μέτρων με αναπτυξιακό χαρακτήρα και όχι τη διαιώνιση της λιτότητα, την αντιμετώπιση των «νόμιμων» μορφών φοροδιαφυγής (που σε ένα πλανήτη «φορολογικών παραδείσων» είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα). Μια τέτοια στάση θα έδινε πραγματικό κίνητρο, υλικό και ηθικό, στους φορολογούμενους για περιορισμό των «σκιωδών» πρακτικών.

Γράψτε το σχόλιο σας