Στην πολιτική και ειδικά στη διπλωματία, όπως και γενικά στην ίδια τη ζωή, πρέπει να επιλέγει κανείς το κατάλληλο χρονικό σημείο για να προχωρήσει σε συγκεκριμένες κινήσεις.

Αυτό αφορά και τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε από πολιτικούς αλλά και από άλλους κύκλους για προσφυγή στη Χάγη, εν μέσω της έντασης με την Τουρκία.

Για ποιο λόγο η ελληνική πλευρά να προωθεί τώρα συζήτηση για τη Χάγη; Εξυπηρετεί την εθνική στρατηγική, όπως είναι διαμορφωμένη η κατάσταση, μια τέτοια διπλωματική κίνηση;

Υπάρχει η άποψη ότι προσφυγή στη Χάγη δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση στην παρούσα χρονική στιγμή.

Εξάλλου προσφυγή στη Χάγη εν μέσω έντασης, προκλήσεων και κατάφωρης παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από ένα γείτονα – «ταραξία», δεν μπορεί να υπάρξει. Για τον πολύ απλό λόγο, ότι μια τέτοια ενέργεια εγκυμονεί κινδύνους για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η μόνη διαφορά που υφίσταται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας βάσει του Διεθνούς Δικαίου είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.  Όμως αυτή τη διαφορά δεν μπορεί η Ελλάδα να τη συζητήσει τώρα με τέτοια ένταση ούτε να έχει στο πλάνο της την προσφυγή στη Χάγη ή στο Διεθνές Δικαστήριο του Αμβούργου για το Δίκαιο της Θάλασσας.

 

Για να υπάρχει προοπτική προσφυγής σε Χάγη ή Αμβούργο πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις -βασική η αποκλιμάκωση της εν εξελίξει ελληνοτουρκικής κρίσης- για επανέναρξη των διερευνητικών επαφών που σταμάτησαν το 2016 και για διάγνωση εάν υπάρχει κοινό έδαφος. Και εάν ναι μόνο τότε μπορεί να ανοίξει η οποία συζήτηση βάσει ενός συνυποσχετικού.

Το αρνητικό όμως είναι ότι στη δημόσια συζήτηση μπήκε εκ του πονηρού και πάλι ο όρος συνεκμετάλλευση που λειτουργεί αποπροσανατολιστικά.

Και αντί να συζητάμε πιθανές κυρώσεις στην Τουρκία από την Ε.Ε. ασχολείται ένα μεγάλο μέρος του συστήματος εάν θα πρέπει να υπάρξει προσφυγή στη Χάγη, καθώς έχει μείνει σε άλλο χωροχρόνο και δεν βάζει στο τραπέζι το δικαστήριο του Αμβούργου. Μια συζήτηση και άκαιρη και επικίνδυνη.

Γράψτε το σχόλιο σας