Εάν κανείς παρακολουθούσε τη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο για την ψήφο των αποδήμων, θα διαπίστωνε ότι την ώρα που εξελίσσεται μια μείζονα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η κυβέρνηση δεν βρισκόταν επί της ουσίας στο στόχαστρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Προφανώς και υπήρξε ο απαραίτητος πόλεμος ανακοινώσεων και οι ανταλλαγές φραστικών πυρών, όπως προβλέπει και το επηρεασμένο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «πρωτόκολλο» της εποχής. Όμως, ούτε φωνές για μειοδοσία και προδοσία ακούστηκαν. Ούτε κάποιος φώναξε «Βυθίσατε το Χόρα».

Κοινώς μια κατάσταση εντελώς διαφορική από άλλες εποχές, όταν για παράδειγμα ο Ανδρέας Παπανδρέου κατακεραύνωνε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια σχεδόν κάθε χειρισμό των κυβερνήσεων Καραμανλή στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε μια περίοδο ιδιαίτερα φορτισμένη καθώς ήμασταν αμέσως μετά την Κυπριακή Τραγωδία και στην περίοδο που μόλις η Τουρκία είχε αρχίσει να διατυπώνει τις «αναθεωρητικές» θέσεις της για την υφαλοκρηπίδα και τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο. Δεν είχαμε καν κάτι ανάλογο με το 1992 όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου που ουσιαστικά δέσμευσαν την τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη να μην προχωρήσει σε διαπραγμάτευση για σύνθετη ονομασία στο «Μακεδονικό».

Η σημασία τους χειρισμού των εθνικών θεμάτων στη διαμόρφωση του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ»

Στη σημερινή συζήτηση ακούγεται κάποιες φορές από την πλευρά συνήθως βετεράνων του ΠΑΣΟΚ και σημερινών στελεχών του ΚΙΝΑΛ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει την «πατριωτική» διάσταση που είχε το φαινόμενο του ΠΑΣΟΚ.

Παρότι απλουστευτική η διαπίστωση, κυρίως ως προς το ότι ήταν πιο σύνθετη η έμπρακτη πολιτική του ΠΑΣΟΚ και οι μετατοπίσεις του, όμως εντοπίζει ένα υπαρκτό σύμπτωμα.

Το ΠΑΣΟΚ σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε ως μαζική, πλειοψηφικό ρεύμα και γιατί διεκδίκησε μια πιο επιθετική πολιτική στα εθνικά θέματα, ως τμήμα μιας ρητορικής που διεκδικούσε ταυτόχρονα μια πιο δημοκρατική και πιο «υπερήφανη» Ελλάδα.

Αρκεί να σκεφτούμε ότι αυτό δεν αφορούσε απλώς την αντιπολιτευτική ρητορική του μέχρι το 1981, αλλά ακόμη και την πολιτική του στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης: σταμάτησε τις διαδικασίες διαλόγου που είχαν ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια, έδωσε έμφαση στους αμυντικού εξοπλισμούς και πήρε σαφή πρωτοβουλία κλιμάκωσης στο όριο της πολεμικής σύγκρουσης στην κρίση του 1987.

Βεβαίως, από την άλλη μεριά ήταν το ΠΑΣΟΚ που προχώρησε πρώτο στην πολιτική του Νταβός ή επεξεργάστηκε τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με την Τουρκία που ακόμη και τώρα συζητάμε. Όπως, επίσης ήταν το ΠΑΣΟΚ αργότερα, σε ένα άλλο πεδίο, αυτό του «Μακεδονικού» που ήδη από την επαύριο της «Ενδιάμεσης Συμφωνίας» όρισε την προοπτική της «σύνθετης ονομασίας» ως διέξοδο.

Σε κάθε περίπτωση, είτε επρόκειτο για τους ισχυρούς «αντιτουρκικούς» (και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιαμερικανικούς) τόνους της πρώτης περιόδου, είτε για την πιο «ρεαλιστική» στροφή αργότερα, το ΠΑΣΟΚ μπορούσε να παρουσιάζει την πολιτική του ως ένα βήμα προς την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας.

Και αυτό δεν αφορούσε απλώς κάποιο «λαϊκισμό» (ας μην ξεχνάμε ότι η κριτική περί «λαϊκισμού» στην Ελλάδα κατά του ΠΑΣΟΚ πρωτοακούστηκε στη δεκαετία του 1980) ούτε για «εθνικισμό», παρότι σαφώς υπήρχαν τέτοιοι επιτονισμοί. Αφορούσε μια επίγνωση – ακόμη και εάν κανείς τη θεωρήσει έως και καιροσκοπική – ότι τα λαϊκά στρώματα, οι αδικημένοι της μετεμφυλιακής περιόδου, δεν ήθελαν απλώς μια οικονομική βελτίωση αλλά και μια αίσθηση «εθνικής υπερηφάνειας».

Τα όρια των «πατριωτικών» αναφορών του ΣΥΡΙΖΑ

Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια προηγούμενη διεκδίκησε να έχει έναν τέτοιο «πατριωτικό» τόνο. Ήταν στην περίοδο των Μνημονίων όταν προσπάθησε να εκπροσωπήσει ένα κύμα διαμαρτυρίας που στρεφόταν ταυτόχρονα κατά της λιτότητας και της απώλειας κυριαρχίας που συνεπάγονταν τα Μνημόνια. Ήταν η εποχή που μπορεί τα στελέχη του να ήταν κυρίως στην «Κάτω Πλατεία», εντούτοις είχε στο νου του να κερδίσει και την «Πάνω Πλατεία». Σε μεγάλο βαθμό εκλογικά τα κατάφερε και θα έλεγε κανείς ότι ακόμη και η συμμαχία με τους ΑΝΕΛ στο πλαίσιο αυτής της ιδιαίτερης απεύθυνσης εντασσόταν.

Αποκορύφωμα και σημείο καμπής το δημοψήφισμα του 2015. Έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε μια διαφορετική κατεύθυνση. Όχι μόνο αποδέχτηκε και εφάρμοσε αυτό που κάποτε αποκαλούσε «επιτροπεία», αλλά στην εξωτερική πολιτική επέλεξε μια ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση σε μια «ατλαντική» και φιλοαμερικανική κατεύθυνση, μέχρι του σημείου υπαναχώρησης από παραδοσιακές πλευρές μιας «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής όπως ήταν π.χ. οι φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία. Καθόλου τυχαία ότι θα είναι και η δύναμη που θα δεχτεί να προχωρήσει στη Συμφωνία των Πρεσπών και να εφαρμόσει μια λύση για το Μακεδονικό που μπορεί ως περίγραμμα να είχε διατυπωθεί αρκετά χρόνια πριν, όμως καμιά δύναμη δεν ήθελε να αναλάβει το κόστος της εφαρμογής της.

Θα έλεγε κανείς ότι ανεξαρτήτως της ρητορικής του 2010-2015, ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο κινήθηκε στην κατεύθυνση μιας άλλης παράδοσης της ελληνικής αριστεράς, ιστορικά συνδεδεμένης με την ανανεωτική αριστερά: φιλοευρωπαϊκή, με αποφυγή εθνικιστικών τόνων και «ενδοτική» στα ανοιχτά εθνικά θέματα. Παρότι μπορεί κανείς να πει ότι αυτό αναλογεί ως προς στις απολήξεις π.χ. σε αυτά που έκανε η «εκσυγχρονιστική» πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Κ. Σημίτη, εντούτοις στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ απουσίαζε η αίσθηση ενός σχεδίου που θα οδηγούσε σε κάποια «αναβάθμιση της θέσης της χώρας».

Η δυσκολία διαμόρφωσης ενός ιστορικού ρεύματος

Όλα αυτά κατατείνουν στην ίδια αντίφαση που εξακολουθεί να διαπερνά την πολιτική και τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να καταλαμβάνει αντικειμενικά στο πολιτικό σκηνικό ένα ρόλο ανάλογο με αυτόν που είχε το ΠΑΣΟΚ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί και να παίξει τον ίδιο ρόλο, ακόμη και εάν μπορεί να πετύχει ανάλογα εκλογικά αποτελέσματα.

Και αυτό γιατί την ίδια ώρα που στον ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζουν παραλλαγές μιας ρητορικής που να παραπέμπει στη ανασυγκρότηση της «δημοκρατικής παράταξης», την ίδια στιγμή δεν μπορεί να συνδυάσει την επίκληση αυτή με ένα ανάλογο πολιτικό σχέδιο και «ιστορικό αφήγημα»: δεν μπορεί ούτε ένα εναλλακτικό αναπτυξιακό υπόδειγμα να αρθρώσει, ούτε όμως και κάποιο «εθνικό σχέδιο» για την γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας να προτείνει, πέραν όσων ούτως ή άλλως εξελίσσονται τα τελευταία δέκα χρόνια, ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Και αυτό είναι ένα κρίσιμο πολιτικό κατώφλι που ορίζει γιατί δεν μπορεί να επαναλάβει κάτι σαν κι αυτό που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου στη δεκαετία του 1970 και του 1980.

Προφανώς και οι συνθήκες είναι διαφορετικές και σε μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών ίσως όλα αυτά να μην έχουν μεγάλη σημασία. Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πολύ περισσότερο να προσδοκά να κερδίσει από τη φθορά προοπτικά της ΝΔ παρά από τη δική του απήχηση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το να προσπαθεί απλώς να δείχνει ότι είναι «υπεύθυνη» δύναμη, ακόμη και στο πεδίο των εθνικών, μπορεί να είναι μια «ασφαλής» επιλογή. Όμως, έτσι ο Αλέξης Τσίπρας θα εξακολουθεί να μην μπορεί πραγματικά να ακολουθήσει τα βήματα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Γράψτε το σχόλιο σας