Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, η παγκόσμια ζήτηση φαγητού κατ’ οίκον θα φτάσει το 32% το 2021 και στα 200 δις δολάρια το 2025, ενώ 800 εκατομμύρια καταναλωτές απολαμβάνουν τις διανομές φαγητού κατ’ οίκον. Ενδιαφέρον παρουσιάζει λοιπόν το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων σε αυτές τις εταιρίες.

Από τους πρωτεργάτες διεκδίκησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων, μετά τις νέες εργασιακές συνθήκες που έχει διαμορφώσει η gig economy, αποτελούν οι Ιταλοί διανομείς φαγητού γνωστής εταιρίας διανομής φαγητού. Οι εν λόγω εργαζόμενοι που πρόσφεραν υπηρεσίες διανομής φαγητού με το ποδήλατό τους, μέσω της εν λόγω εφαρμογής, υπέβαλαν αγωγή ενώπιον του Εργατοδικείου του Τορίνο με αίτημα να αναγνωριστεί ότι απασχολούνταν υπό το καθεστώς εξαρτημένης εργασίας –κι όχι σαν ελεύθεροι επαγγελματίες όπως ισχυρίστηκε η εργοδότρια εταιρία τους- και συνεπώς ότι δικαιούνταν να αμείβονται με τις ελάχιστες εκ του νόμου προβλεπόμενες αποδοχές.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως διαπίστωσε το δικαστήριο, ο εργαζόμενος είχε τη δυνατότητα να δηλώσει, αναλόγως την ετοιμότητά του, ότι δύναται ή όχι να διεκπεραιώσει μια διανομή. Επομένως, ο εργαζόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, όπως αντίστροφα ο εργοδότης δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδεχτεί την προσφορά εργασίας εκ μέρους του. Ωστόσο, εφόσον ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει την άσκηση των συμφωνημένων καθηκόντων από τον εργαζόμενο σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, τότε δεν εξασκεί και το διευθυντικό του δικαίωμα, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, το οποίο εν τέλει έκρινε, ότι το στοιχείο της εξάρτησης εκλείπει από τη συγκεκριμένη σχέση εργασίας και απέρριψε όλες τις χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων.

Ακολούθως όμως, το Εφετείο του Τορίνο κρίνοντας επί της ίδιας υπόθεσης, απεφάνθη ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παρείχαν εξαρτημένη εργασία, ούτε όμως ότι απασχολούνταν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά ότι ανήκουν σε μια τρίτη κατηγορία σχέσης εργασίας, η οποία βρίσκεται ανάμεσα σε εξαρτημένη εργασία και αυτοαπασχόληση. Το Εφετείο θεμελίωσε την απόφασή του αυτή σε σχετική νομοθετική διάταξη στο Ιταλικό δίκαιο, σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή των κανόνων της εξαρτημένης εργασίας επεκτείνεται στις περιπτώσεις που η οργάνωση της εργασίας, ειδικά σε σχέση με το χρόνο και το μέρος που αυτή λαμβάνει χώρα, καθορίζεται μονομερώς από κάποιον τρίτο και όχι από τον εργαζόμενο (π.χ. από τον πελάτη, όπως συμβαίνει στη διανομή φαγητού).

Αξίζει να σημειωθεί, ότι το δικαστήριο επιδίκασε στους διανομείς αποζημίωση ίση, με τη διαφορά του κατώτατου μισθού ανά ώρα, όπως ορίζεται από την εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας του κλάδου και της ωριαίας αμοιβής που πράγματι λάμβαναν, για όσες ώρες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εταιρία.

Έτσι λοιπόν, τα δικαστήρια του Κράτους στην προκειμένη περίπτωση, ερμήνευσαν και εφάρμοσαν κατά την κρίση τους την εθνική τους νομοθεσία, καθώς για ζητήματα όπως αυτό, η Ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν προβλέπει προς το παρόν ειδική ρύθμιση. Αυτό όμως, μοιραία έχει ως αποτέλεσμα να εκδίδονται αντιφατικές αποφάσεις επί κρίσιμων θεμάτων που παραμένουν αρρύθμιστα και κατ’ αυτό τον τρόπο, να διαμορφώνεται νομικό προηγούμενο που αποπροσανατολίζει.

Μήπως κρίνεται κατά συνέπεια αναγκαίο, ενόψει των τεράστιων αλλαγών που έχει επιφέρει η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση στην αγορά εργασίας, να θεσπιστεί νομοθετικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια τρίτη κατηγορία εργαζομένων, στην οποία θα ανήκουν οι ολοένα και αυξανόμενοι εργαζόμενοι της gig economy (π.χ. οι εργαζόμενοι μέσω πλατφόρμας), με στόχο να αποφεύγεται η εκμετάλλευσή τους και να κατοχυρωθούν τα εργασιακά τους δικαιώματα, ή πρέπει να βρούμε εκείνα τα ερμηνευτικά εργαλεία για την εφαρμογή του κοινού εργατικού δικαίου;

O Γιάννης Καρούζος είναι Εργατολόγος

Γράψτε το σχόλιό σας