Αν κάτι λείπει σήμερα από το τοπίο της αθηναϊκής καθημερινότητας, είναι το χιούμορ. Ως ιδέα και όχι μόνο ως λόγος – η δεύτερη περίπτωση γλιστράει πολύ συχνά στον εξυπνακισμό.

Μια πόλη που προσπαθεί να βρει την ανάσα της πίσω από αφίσες με μηνύματα μίσους προς τη διαφορετική γνώμη.

Με την ίδια ένταση είτε αυτή η γνώμη αφορά το Μεταναστευτικό είτε τις καταλήψεις στα Εξάρχεια είτε το airbnb είτε διατροφικές επιλογές.

Ενα μίσος που, επειδή δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σημαντικό από το ασήμαντο και ισοπεδώνει τα πάντα, χάνει ακόμη και τη δύναμη της παραφοράς του και καταντά μια γελοιότητα.

Το χιούμορ όμως, ως πρόθεση, επειδή δεν είναι, κατά κανόνα, μεγαλόστομο, διατηρεί τη δύναμή του. Η οποία έγκειται ακριβώς στο «βάρος» της ελαφρότητάς του. Στην προκειμένη περίπτωση, για παράδειγμα, δεν ξέρω τι αποτέλεσμα θα είχε μια εκστρατεία που θα προειδοποιούσε για τη μόλυνση του περιβάλλοντος από τα αποτσίγαρα. Και θα υιοθετούσε έναν «γκρετικό» λόγο μίσους που θα απειλούσε ότι θα σβήσει το τσιγάρο στο μάτι αυτού που θα πετούσε τη γόπα του στον δρόμο.

Το «Γόπα project» δεν ενώνει μόνο με έναν τρόπο «αλαφροΐσκιωτο» διαφορετικές απόψεις ακόμη και αν αυτές αφορούν «μικρά» θέματα. Επαναφέρει στην κουβέντα
τη γόπα, που οι νεότεροι μάλλον δεν γνωρίζουν τη σημειολογία της στα χρόνια που η κανονικότητα στην Ελλάδα ήταν η φτώχια. Μπορούν
να την ανιχνεύσουν ωστόσο στους στίχους τραγουδιών περασμένων δεκαετιών. Από το «Οχι αυτό δεν είναι τραγούδι / είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας / είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας / κι ο χαφιές που μας ακολουθεί» του Σαββόπουλου και «Το ’76 έκλεισα τα μάτια / κάπνισα μια γόπα / σβήστηκα απ’ τον χάρτη / κόλαση του Δάντη» του Σπυρόπουλου στο «Διδυμότειχο» έως το «Τη γόπα την εβλέπαμε σαν να ‘τανε λαχείο / και όταν τη φουμέρναμε ντουγρού για το κουρείο» στης «Φυλακής τα σίδερα».

Γράψτε το σχόλιο σας