Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιστρέφει από την Κίνα, έχοντας ολοκληρώσει μία επίσκεψη επιτυχημένη και με πρωτοφανή θα μπορούσε κάποιος να πει χαρακτηριστικά. Ταξίδεψε επικεφαλής μίας αποστολής στην οποία συμμετείχαν λίγοι υπουργοί και πλήθος επιχειρηματίες, εκπρόσωποι όλων των κλάδων της ελληνικής οικονομίας, περισσότερο ή λιγότερο δυναμικών.

Η επίσκεψη αυτή, σε συνέχεια όσων προηγήθηκαν, είναι ίσως το επιστέγασμα της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης έπειτα από τις εκλογές του προηγούμενου καλοκαιριού.

Φανερώνει κάποια στοιχεία εξωστρέφειας της χώρας, αναδεικνύει κάποιες από τις προοπτικές της και μοιάζει να θέτει σε νέα βάση και την σχέση με την Κίνα. Τα αποτελέσματα θα φανούν, πιθανώς και πιο σύντομα από ό,τι νομίζει κανείς.

Αξίζει υπό αυτές τις συνθήκες να θυμηθεί κάποιος και να συγκρίνει την αντίστοιχη επίσκεψη στην Κίνα του Αλέξη Τσίπρα πριν από τρία χρόνια. Πώς είχε αποβιβαστεί η ελληνική αποστολή με τουριστική περιβολή και διάθεση στο Πεκίνο, πώς περιφερόταν από δεξίωση σε δεξίωση και πώς με τα χίλια ζόρια κατόρθωσε να περισώσει κάποια πράγματα που είχαν  δρομολογηθεί.

Επιστρέφοντας ο κ. Μητσοτάκης θα βρει κάποια πράγματα περίπου όπως τα άφησε. Τον Πολάκη με τον Τζανακόπουλο και τον Ραγκούση να κραυγάζουν στην Προανακριτική, διάφορους ΣΥΡΙΖΑίους να λένε ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι για το προσφυγικό/μεταναστευτικό, άλλους να τον κατηγορούν για ακροδεξιές πρακτικές και τον Τσίπρα να πίνει ποτά με τους βουλευτές του σε μπαρ στου Ψυρρή.

 

 

Αν μπορεί κάποιος να βγάλει ένα πρώτο συμπέρασμα από αυτούς τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης στην μετα-ΣΥΡΙΖΑ εποχή, είναι όχι το πόσο καλή είναι αυτή η κυβέρνηση, αλλά ότι αν μη τι άλλο, ασχολείται με αυτό το οποίο της ανατέθηκε από τους πολίτες: να κυβερνά. Ούτε να κυνηγά μάγισσες, ούτε να διχάζει, ούτε να ξεχειλώνει διάφορες πολιτικές θεωρίες, ούτε να διακηρύττει με ποιους είναι και με ποιους δεν είναι.

Στο ίδιο διάστημα, η αξιωματική αντιπολίτευση δείχνει ότι θα συνεχίσει να διακρίνεται σε ένα και μόνο πεδίο: την πολιτική αερολογία και την συνεχή προσπάθεια να καλλιεργεί εντάσεις και συγκρούσεις. Εξακολουθεί να ασκείται σε έναν απαρχαιωμένο πολιτικό λόγο, δίχως περιεχόμενο, δίχως αναφορά στην εποχή, δίχως δυνατότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, δίχως εν τέλει κοινό στο οποίο να απευθύνεται και να έχει να του πει κάτι. Ελλείψει δε εξουσίας, όλα αυτά συνθέτουν μία εικόνα ακόμη πιο θλιβερή και καθιστούν όλες τις συζητήσεις περί πολιτικού μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη πιο προσχηματικές.

Εξακολουθεί να επικρατεί η άποψη ότι βρέξει-χιονίσει, ο Τσίπρας με το 31,5% έχει παγιωθεί ως παίχτης βασικός στο πολιτικό σκηνικό. Όσο όμως οι δημοσκοπήσεις και τα ποιοτικά τους στοιχεία παρουσιάζουν μία πρωτοφανή θετική εικόνα για την κυβέρνηση, το τι μπορεί να θεωρεί ο Τσίπρας για τον εαυτό του ή διάφοροι άλλοι εντός και εκτός χώρας για εκείνον, ολοένα και λιγότερη σημασία θα έχει.

Οι προβλέψεις στην πολιτική είναι τις περισσότερες φορές άχρηστες και άστοχες, είτε προς την μία κατεύθυνση, είτε προς την άλλη. Κανείς δεν μπορεί να υπογράψει ποια θα είναι η συνέχεια για τον Μητσοτάκη ή ποια η κατάληξη για τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Όσο όμως ο ένας θα συνεχίσει να κάνει την δουλειά του και ο άλλος να (νομίζει ότι) κοροϊδεύει τον κόσμο, οι ρόλοι στο πολιτικό σκηνικό μπορεί και να εξελιχθούν με τρόπο μη γραμμικό και με δυσάρεστες εκπλήξεις για κάποιους.