Η απόφαση της Γαλλίας να μην εγκρίνει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων για Βόρεια Μακεδονία και Αλβανία δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Το Παρίσι είχε προϊδεάσει για τις θέσεις του ήδη από τον Ιούνιο του 2018 όταν η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν «ζεστή» και ο απόηχός της άκρως θετικός τόσο σε περιφερειακό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ανεξάρτητα από τους λόγους που ώθησαν τον Μακρόν να «μπλοκάρει» Σκόπια και Τίρανα από τη διαδικασία διεύρυνσης (εγχώριες δυναμικές ενόψει αυτοδιοικητικών εκλογών, άσκηση πίεσης στη Γερμανία για να εξασφαλιστούν ανταλλάγματα σε πεδία μεγαλύτερου γαλλικού ενδιαφέροντος, άποψη ότι προηγείται η θεσμική εμβάθυνση/αναδιάρθρωση), η προκληθείσα απογοήτευση ειδικότερα στη Βόρεια Μακεδονία είναι διάχυτη. Αλλωστε, η ηγεσία της τελευταίας ανέμενε την επιβράβευσή της για τη διευθέτηση του ονοματολογικού με την Ελλάδα.

Πλέον, ο Ζάεφ, στριμωγμένος και με το βλέμμα στραμμένο πρωτίστως στο εσωτερικό, ψέλλισε κάτι για μερικό πάγωμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, το οποίο εν συνεχεία έβαλε στις σωστές βάσεις. Ουσιαστικά, πρόκειται για το σκέλος που αφορά στα εσωτερικά έγγραφα/αλληλογραφία μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών, που πράγματι συνδέονται με το τμηματικό άνοιγμα των ενταξιακών κεφαλαίων.

Αρα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το κακό είναι διαχειρίσιμο. Παρ’ όλο που οι βασικότερες πτυχές της συμφωνίας που ικανοποιούν τις ελληνικές θέσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν (εκτός ακραίων σεναρίων), εντούτοις, δημιουργείται εν τοις πράγμασι μία αρνητική κατάσταση/προηγούμενο για την erga omnes χρήση της νέας ονομασίας. Ναι μεν λοιπόν η μερική εφαρμογή των συμφωνηθέντων περιορίζεται στα εσωτερικά έγγραφα, όμως, θα μπορούσε να αποτελέσει και πρόφαση για καθυστερήσεις και σε αλλά σημεία, ειδικότερα εξαιτίας της σχεδόν εξάμηνης προεκλογικής περιόδου καθώς και ενδεχόμενων ανατροπών στους πολιτικούς συσχετισμούς. Γι’ αυτό απαιτείται η δημιουργία ειδικού γραφείου καθημερινής καταγραφής τυχόν παραβιάσεων ή καθυστερήσεων, που εγκαίρως θα επισημαίνονται στην άλλη πλευρά. Τα στοιχεία του φακέλου θα χρησιμοποιηθούν στο μακρινό ενδεχόμενο να υποχρεωθούμε να ενεργοποιήσουμε το άρθρο 65 της Σύμβασης της Βιέννης (διαδικασία ακύρωσης).

Πάντως, στην παρούσα φάση ο αρνητικός αντίκτυπος του γαλλικού βέτο συνίσταται στα εξής:

Στο μειωμένο ενδιαφέρον για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των επιτροπών για τα σχολικά εγχειρίδια. Αν χαθεί κι άλλος πολύτιμος χρόνος ο κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί μία ακόμη γενιά στη Βόρεια Μακεδονία, που θα διδαχθεί με εντελώς στρεβλό τρόπο την ιστορία

Στο πάγωμα των διαδικασιών διαβούλευσης μεταξύ των εμπορικών επιμελητηρίων για την εξεύρεση λύσης στο φλέγον ζήτημα των εμπορικών σημάτων

Στην έλλειψη κινήτρου από την πλευρά των Σκοπίων για να «τρέξουν» τη συμφωνία, ενώ τόσο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όσο και το VMRO θέλουν να προσεγγίσουν (και) το εθνικιστικό ακροατήριο για εκλογικούς λόγους

Στην ενδεχόμενη διάσπαση του αλβανικού στοιχείου, κάτι που θα επηρέαζε τους συσχετισμούς τόσο προεκλογικά όσο κυρίως μετεκλογικά, σε περίπτωση που ο Ζάεφ θελήσει να διαμορφώσει εκ νέου έναν κυβερνητικό συνασπισμό με τους Αλβανούς.

Δεδομένου ότι οι Πρέσπες παράγουν ήδη αποτελέσματα, η Αθήνα πρέπει να χρησιμοποιήσει (περισσότερο) καρότο και (λιγότερο) μαστίγιο ώστε να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση Σκοπίων και Δυτικών Βαλκανίων, επαναφέροντας γρήγορα το ευρωπαϊκό χαρτί, να ρυμουλκήσει τη Βόρεια Μακεδονία με πολυεπίπεδες συμπράξεις, αλλά και να αξιώσει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των συμφωνηθέντων χωρίς χρονοτριβές.

Γράψτε το σχόλιο σας