Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού για την οικονομία είναι σαφές ότι απηχούν έναν πολιτικό σχεδιασμό που δεν αφορά απλώς τις πρώτες εντυπώσεις, αλλά τη δημιουργία ενός συνολικότερου θετικού κλίματος. Κάτι που ενδεχομένως να συνεχιστεί και στην τελική ομιλία του για πριν την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Ο πρωθυπουργός όπως και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης γνωρίζουν τα πραγματικά προβλήματα, όπως και τους περιορισμούς που θέτουν κυρίως οι Ευρωπαίοι.

Γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι η συζήτηση για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων δεν πρόκειται να οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα στην περσινή χρονιά και ότι το πιο πιθανό είναι η συζήτηση να ξεκινήσει επί της ουσίας, αφού έχει επιτευχθεί και φέτος πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%.

Γνωρίζουν επίσης ότι έχουν πραγματικές οικονομικές εκκρεμότητες κυρίως σε σχέση με τις ιδιωτικοποιήσεις, που δεν περιλαμβάνουν απλώς την εύρεση αγοραστών αλλά σε αρκετές περιπτώσεις τη χάραξη συνολικότερης στρατηγικής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανοιχτή πληγή της ΔΕΗ.

Και βέβαια γνωρίζουν ότι ανεξάρτητα από τους συμβολισμούς που μπορεί να έχει η εικόνα μιας ταχύτερης προώθησης της επένδυσης στο Ελληνικό, η προσέλκυση επενδύσεων με υψηλή προστιθέμενη αξία, σε τεχνολογικούς τομείς και με αναπτυξιακά αποτελέσματα παραμένει ζητούμενο.

Η αναμέτρηση με αυτά τα προβλήματα προφανώς και δεν θα πάει με τους ρυθμούς και την αισιοδοξία που καταγράφηκε στη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις ορισμένα από τα ζητήματα αυτά συνεπάγονται και κοινωνικές συγκρούσεις. Σε άλλες τα οικονομικά αποτελέσματα θα έχουν τους δικούς τους ρυθμούς μέχρι να φανούν.

Σε αυτό το φόντο είναι προφανές ότι η κυβέρνηση θέλει με τις πρώτες εξαγγελίες της κυρίως να διαμορφώσει θετική πολιτική δυναμική, με την ελπίδα ότι αυτή θα έχει και οικονομικό αποτέλεσμα

 

Η σημασία των οικονομιών εξαγγελιών

Η βασική τομή που επέλεξε η κυβέρνηση είναι να φέρει χρονικά προς τα εμπρός ορισμένες από τα μέτρα φορολογικών ελαφρύνσεων και κυρίως τον ΕΦΚΑ. Η επιλογή αυτή έχει και συμβολικό και πρακτικό χαρακτήρα.

Ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος που τον έφερε κατεξοχήν η Τρόικα, και βιώθηκε εξαρχής ως ένας άδικος φόρος εφόσον δεν αφορά το εισόδημα αλλά την ακίνητη περιουσία σε μια χώρα όπου το μεγαλύτερο μέρος των νοικοκυριών διαθέτει κάποιου είδους ακίνητη περιουσία.

Η μείωσή του θα σημαίνει μια υπαρκτή ελάφρυνση που θα επιμεριστεί σε όλα τα νοικοκυριά και ταυτόχρονα μπορεί να διαμορφώσει και ένα θετικότερο κλίμα στη συνολική αποπληρωμή των φετινών φόρων.

Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως έμπρακτη απόδειξη ότι η κυβέρνηση θα τηρήσει από την επόμενη χρονιά τις δεσμεύσεις της για μειώσεις της φορολογίας. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται και μια κοινωνική συμμαχία γύρω από την κυβερνητική πολιτική.

Σημαντικό συμβολισμό έχει και η βελτίωση του καθεστώτος με τις 120 δόσεις, καθώς και αυτό διαμορφώνει ένα μεγαλύτερο αίσθημα «οικονομικής ασφάλειας» ιδίως για τα στρώματα της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας.

 

Το ερώτημα του δημοσιονομικού χώρου

Στη Βουλή υπήρξε μια αντιπαράθεση ως προς το εάν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος για αυτές τις εξαγγελίες. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος για τα μέτρα του 2020, υποστηρίζοντας ότι οι υπόλοιπες κυβερνητικές εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις φτάνουν το 1,8 δισεκατομμύριο.

Από την άλλη η κυβέρνηση υποστήριξε ότι το κόστος για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2019 από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ θα είναι περίπου 540 εκατομμύρια ευρώ, μέρος των οποίων είχε ήδη προβλεφθεί. Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι πρόκειται για χειρίσιμα μεγέθη, καθώς υπάρχουν δαπάνες που μπορούν να περικοπούν.

Στο σημείο ας προσθέσουμε ότι η κυβέρνηση της ΝΔ παρέλαβε μια εκτέλεση του προϋπολογισμού για το πρώτο εξάμηνο του 2019 με πλεόνασμα ύψους 382 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 1,573 δισ. ευρώ, κάτι που γεννά αισιοδοξία για τα τελικά αποτελέσματα.

Ως προς την επόμενη χρονιά, η κυβέρνηση κυρίως τονίζει ότι μια άλλη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας θα μπορέσει να αυξήσει και τα φορολογικά έσοδα και άρα να διαμορφωθεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος. Επιπλέον, μπορεί να υποστηρίξει ότι εάν μιλάμε για την επόμενη χρονιά, θα μπορεί να έχει προχωρήσει και η διαπραγμάτευση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος.

 

Το στοίχημα της ανάπτυξης

Ο πολιτικός σχεδιασμός της κυβέρνησης είναι σαφές ότι προσβλέπει σε καλύτερο κλίμα στην οικονομία σε όλα τα επίπεδα. Σε υψηλότερη κατανάλωση και μεταφορά στην αγορά του όποιου εισοδήματος περισσέψει από τις αλλαγές στη φορολογία. Σε μεγαλύτερα «ανοίγματα» από τις επιχειρήσεις και επιπλέον προσλήψεις. Σε προσέλκυση νέων επενδύσεων. Σε υψηλότερο βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης, καθώς και οι όροι θα είναι ευνοϊκότεροι και η αίσθηση οικονομικής αισιοδοξίας  μεγαλύτερη.

Βέβαια από το καλύτερο κλίμα και την κάποια μεγαλύτερη κινητικότητα στην αγορά μέχρι μια αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη και δη με υψηλούς ρυθμούς υπάρχει ακόμη απόσταση.

Γιατί εκεί χρειάζεται η αναμέτρηση με μεγάλες ανοιχτές πληγές, πρώτα και κύρια με το ζήτημα των «κόκκινων δανείων», γιατί εάν δεν υπάρξει αποκατάσταση μιας ροής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις, η όποια αναπτυξιακή δυναμική, ιδίως για τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα θα παραμένει υπό διακύβευση.

Άλλωστε, μόνο εάν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα θα μπορούν και οι τράπεζες να εκμεταλλευτούν το πιο ευνοϊκό κλίμα που διαμορφώνει η υποχώρηση του κόστους δανεισμού.

Το ίδιο ισχύει και για την προσέλκυση των επενδύσεων αλλά και για την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, ορισμένες από τις οποίες (π.χ. των ΕΛΠΕ) θα είναι κρίσιμες και για τα δημοσιονομικά αποτελέσματα των επόμενων ετών.

Το στοίχημα επομένως για την κυβέρνηση είναι να εκμεταλλευτεί και να μην σπαταλήσει τον πολιτικό χρόνο που της προσφέρουν οι πρώτες εξαγγελίες.  Γιατί η κοινωνία παραμένει ένας ιδιαίτερα αυστηρός κριτής και περιμένει αποτελέσματα και σε βάθος χρόνου.