Η πρώτη σύγκριση της κυβέρνησης που ήρθε με εκείνη που έφυγε αποκαλύπτει διαφορές όπως της μέρας με τη νύχτα. Ο Μητσοτάκης ήρθε σαφώς πιο προετοιμασμένος από όσο έχουμε συνηθίσει. Επίσης, έδειξε αντανακλαστικά που φάνηκαν αμέσως στον κρατικό μηχανισμό. Η καταστροφή στη Χαλκιδική βρήκε τη νέα κυβέρνηση να έχει λίγες ώρες αφότου εγκαταστάθηκε. Ομως, η αντίδρασή της, όταν μάλιστα συγκριθεί με το τι συνέβη στη Μάνδρα ή στο Μάτι το δείχνει ξεκάθαρα.

Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την προεργασία που αποδείχθηκε ότι είχε γίνει πριν από την ανάληψη της εξουσίας. Αλλοι μπορεί να συμφωνούν με τη μία ή την άλλη κίνηση και άλλοι να διαφωνούν. Ομως είναι δεδομένο ότι είχε προηγηθεί συστηματική δουλειά: στο νομοθετικό έργο, στο οργανωτικό έργο για τις δομές της κυβέρνησης και, ιδίως, του πρωθυπουργικού γραφείου, στις αποφάσεις για το ποια είναι εκείνα που πρέπει να προχωρήσουν αμέσως, όπως το Ελληνικό. Η μηχανή δούλεψε από την πρώτη στιγμή, έφερε μεταβολές οργανωμένες με ενιαία λογική και στόχευση, με συνέπεια ως προς τη δόμηση και τους στόχους της εξουσίας. Ολα αυτά κάθε άλλο παρά αυτονόητα ή συνηθισμένα είναι σε μια χώρα διαρκών ερασιτεχνισμών και «μπαλωμάτων».

Το ελληνικό πολίτευμα είναι επί της ουσίας πρωθυπουργοκεντρικό. Από αυτή την άποψη, η ενίσχυση του γραφείου του Πρωθυπουργού με τον τρόπο που τώρα γίνεται και η θεσμοθέτηση της δυνατότητάς του να παρακολουθεί στενά το κυβερνητικό έργο, ανταποκρίνεται όχι μόνο στην ουσία του πολιτεύματος, αλλά, το κυριότερο, σε πραγματικές ανάγκες. Και ακριβώς επειδή οι μεταβολές που έγιναν μέσα σε λίγες ημέρες έχουν ουσία και συνεκτικότητα, είναι περίπου βέβαιο ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν στο ορατό μέλλον από επόμενους πρωθυπουργούς.

Είναι αυτά αρκετά; Αποτελούν πανάκεια; Θα «σώσουν» την Ελλάδα; Και στα τρία ερωτήματα, η απάντηση είναι απολύτως αρνητική. Η χώρα παραμένει πτωχευμένη και υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Οι στόχοι που είναι υποχρεωμένη να πετύχει και βραχυπρόθεσμα και σε βάθος χρόνου στραγγαλίζουν τις ελπίδες για το «πέταγμα» που έχει τόσο ανάγκη. Εξίσου και το χρέος. Η Ελλάδα, είτε το ομολογούμε είτε όχι, είναι νομαρχία.

Δυστυχώς, αυτή η ελληνική νομαρχία ουδεμία σχέση έχει με εκείνη του «Ανωνύμου του Ελληνος» που τυπώθηκε στην Ιταλία το 1806. Είναι νομαρχία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, στην οποία οι ουσιαστικές αποφάσεις λαμβάνονται εκτός, με τελείως άλλα κριτήρια. Ο Ρέγκλινγκ το επιβεβαίωσε εκ νέου μόλις προχθές: «Κάντε ό,τι θέλετε» είπε, αρκεί να μην πειράξετε τους στόχους, ιδίως τα πλεονάσματα. Μετάφραση; Ελάχιστα είναι αυτά που μπορούν να γίνουν.

Ψυχρά; Είναι σχεδόν μηδενικά. Οταν πρέπει να διατηρείται ένα τέτοιο πρόγραμμα – ζουρλομανδύας, όχι ο Μητσοτάκης και μία πράγματι πολύ πιο οργανωμένη κυβέρνηση, ούτε ο θεός να κατέβει επί της γης δεν μπορεί να φέρει τις πολυπόθητες επενδύσεις και την ανάπτυξη. Δεν γίνεται. Ουδείς, εκτός πολύ ειδικών περιπτώσεων με πολύ συγκεκριμένη λογική, ιδίως γεωγραφική, πρόκειται να φέρει και να επενδύσει τα λεφτά του στην Ελλάδα. Πολύ απλά, είναι παράλογο.