Μολονότι το ΠΑΣΟΚ σταθεροποιήθηκε στην τρίτη θέση του Κοινοβουλίου, θα όφειλε, μετά την αναμέτρηση της 7ης Ιουλίου 2019 να έχει καταλάβει τη θέση μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης με προοπτικές ρυθμιστικού ρόλου, σε μια νέα μετασυριζαϊκή εποχή.

Ο ρόλος αυτός δεν επιτεύχθηκε, λόγω σειράς ατοπημάτων, παραλείψεων, ασυγχώρητης μοιρολατρίας, γιατί όχι και ανόητων ερωτοτροπιών προς τους πολιορκητές του ψευδοαριστερού, οπορτουνιστικού ΣΥΡΙΖΑ, ή αλλιώς του «σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας», (Κορνήλιος Καστοριάδης).

Αυτοί ακριβώς οι πολιορκητές, πρωτοπαλίκαρα του ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ μαζί με λιποτάκτες και εφιάλτες του ΠΑΣΟΚ, προφασίστηκαν και προφασίζονται, ακόμη και σήμερα, μετά την ηθική συντριβή τους στις Ευρωεκλογές της 26ης Ιουνίου και τις προχθεσινές εθνικές εκλογές ότι αποκηρύσσοντας εμμέσως τη νεοσταλινική-ζαχαριαδική τακτική τους του «όπλου παρά πόδα», θα κατελάμβαναν ή ορθότερα θα άλωναν το χώρο του ΠΑΣΟΚ, που διεδραμάτισε τον ιστορικό ρόλο μιας πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής αναγέννησης της Ελλάδας, στην περίοδο της Μεταπολίτευσης 1974-1996.

Οι ίδιοι αυτοί πολιορκητές του ΣΥΡΙΖΑ τρέμουν, ενώπιον της διαφαινόμενης κοινοβουλευτικής σύγκλισης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, μετά την 7η Ιουλίου 2019 και εάν υπήρχε τρόπος ν’ αποτολμούσαν και να προσκυνήσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και όλους τους επιτελείς του, για να εκτοπίσουν το ΠΑΣΟΚ από τον ρυθμιστικό ρόλο στις νέες εξελίξεις. Φυσικά, κάτι παρόμοιο είναι εξ ορισμού αδύνατο για τη νέα κυβέρνηση, που δεν ερωτοτροπεί με ψεύτες, προστάτες μπαχαλάκηδων, εμπρηστών και προβιβασμού των πολυισοβιτών φονιάδων της 17ης Νοέμβρη, σε αθώες περιστερές του νέου Ποινικού Κώδικα…

Στα ασυγχώρητα λάθη και τις συγγνωστές ή όχι παραλείψεις του ΠΑΣΟΚ περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και:

–        Η μη προβολή στην προεκλογική καμπάνια των αμέτρητων έργων οικονομικής ανασυγκρότησης, πολιτιστικής αναγέννησης, ισχυροποίησης του διεθνούς κύρους της χώρας μας με την πολιτική «ανοιχτών θυρών» προς τη Μέση Ανατολή, αλλά και την επίτευξη της ισοτιμίας ευρωπαϊκού βορρά και νότου με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.

–        Η κατάργηση της λειτουργίας τοπικών και νομαρχιακών οργανώσεων, που κατά το πλείστον, έστω και με ορισμένα αρνητικά, διεδραμάτιζαν αποφασιστικό ρόλο, στην ενδυνάμωση της αμφίδρομης σχέσης κυβέρνησης-λαϊκής βάσης. Το απαράδεκτο αυτό φαινόμενο άρχισε στην περίοδο 1993-1996, με αποτέλεσμα το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα σε εκτελεστική εξουσία και κυρίαρχο λαό, να το καταλάβει κατά τον πιο ανέντιμο τρόπο ο καιροφυλακτών για τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ.

Συμπέρασμα: Το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου, που σταθεροποίησε το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση, ανοίγει τον δρόμο για τον επαναπροσδιορισμό του Κινήματος σε έναν από τους ισχυρούς πυλώνες της Δημοκρατίας. Αυτό θα επιτευχθεί με Συνέδριο, που πρέπει να συγκληθεί το ταχύτερο, μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου.

Είναι απαράδεκτο, άλλοτε με ανόητα φλερτ, προς τους πολιτικά και ηθικά αλλόδοξους πολιορκητές, άλλοτε με τη μοιρολατρία του καναπέ και άλλοτε με τις νοσταλγίες των παλαιμάχων, να χάνεται χρόνος πολύτιμος.

Η σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ας αναλογισθεί τις ευθύνες της και το χρέος της γ’ αυτές τις αλλαγές ενώπιον του Εκλογικού Σώματος. Οι πληγές που άνοιξαν πρόσφατα με επιπολαιότητες και μικροψυχίες, ας κλείσουν επιτέλους και με μια θαρραλέα συγγνώμη προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο…

 

Γράψτε το σχόλιο σας