Η γνωστή υπόθεση για τον δήθεν χρηματισμό του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη (για τα εξοπλιστικά προγράμματα) αρχειοθετήθηκε πριν από λίγες ημέρες . Ωστόσο το γεγονός τούτο αποδεικνύει περίτρανα και ένα χυδαίο ή σκοτεινό μέγεθος ( το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί δεόντως από τους πολίτες , ενόψει μάλιστα και των εκλογών της 7ης Ιουλίου)!

Ποιο είναι αυτό; Ότι είχε στηθεί δηλαδή τα τελευταία τέσσερα χρόνια ένας «διαστροφικός» κυβερνητικός μηχανισμός , ο οποίος στόχευε στον εκμαυλισμό της δημόσιας σφαίρας με την άκριτη προβολή «κατασκευασμένων σκανδάλων» . Με αυτόν τον τρόπο θα δυσφημίζονταν ανεπανόρθωτα οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης ( ή και κάποιες προσωπικότητες του μεταπολιτευτικού παρελθόντος).

Και εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε, δυστυχώς, ότι τα σεξουαλικά σκάνδαλα  των αντιπάλων τους είχαν κατά κόρο και αηδιαστικά χρησιμοποιήσει οι Ρεπουμπλικάνοι στην Αμερική, μετατοπίζοντας απαράδεκτα τις πολιτικές διαιρέσεις σε αυτή τη χώρα στον άξονα του καλού και του κακού (« Chantal Mouffe, Επί του πολιτικού»).

Υπό αυτήν την έννοια την παραπάνω ακροδεξιά μεθοδολογία είχε υιοθετήσει και η κυβέρνηση της «παρακμιακής Αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ασχολείται η κοινή γνώμη με άλλα θέματα και να αποκρύπτονται ευχερώς οι ολέθριες επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης ( όπως το γεγονός λ.χ. ότι οι πιο φτωχοί της ελληνικής κοινωνίας βιώνουν σήμερα μια άθλια καθημερινότητα ).

Και η περίεργη υπόθεση με τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω είναι ενδεικτική από αυτή την άποψη. Τι εννοώ;

Η Αρχή για την καταπολέμηση του «βρώμικου χρήματος» είχε ζητήσει πριν από μερικούς μήνες την άρση του τραπεζικού απορρήτου των καταθέσεων του πρώην πρωθυπουργού .

Είχε αυτό το δικαίωμα ; Τυπικά το είχε ( άρθρο 49 του ν.4557/2018). Όμως για όσους γνωρίζουν νομικά με την ανωτέρω παραγγελία είχε εγερθεί ταυτόχρονα και ένα άλλο τεράστιο πρόβλημα ( το οποίο η Αντιεισαγγελέας του ΑΠ κ. Ζαίρη που προΐσταται της ανωτέρω Αρχής θα έπρεπε τουλάχιστον να το γνωρίζει). Ποιο;

Δηλαδή, η άρση του τραπεζικού απορρήτου  δεν μπορεί να γίνεται χωρίς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις τις οποίες θέτει  ο Έλληνας νομοθέτης  και για τις υπόλοιπες επαχθείς ανακριτικές πράξεις , όπως είναι η ηλεκτρονική παρακολούθησή κάποιων προσώπων ή η εξέταση DNA  ( άρθρο 253 Α του ΚΠΔ).

Με άλλα λόγια είναι αναγκαίο να υφίστανται εναντίον του προσώπου κατά του οποίου λαμβάνονται αυτά τα επώδυνα μέτρα σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την τέλεση ενός αδικήματος.

Και το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Υπήρχαν τέτοιες ενδείξεις ενοχής εναντίον του Κώστα Σημίτη; Όπως λ.χ. για την τέλεση μιας δωροληψίας μέσω της οποίας θα γινόταν ενδεχόμενα το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος;

Η απάντηση είναι προφανώς όχι ( όπως αποδεικνύεται και από την αρχειοθέτηση της σχετικής υπόθεσης)! Και τούτο, γιατί το άνοιγμα των λογαριασμών του πρώην πρωθυπουργού δεν είχε γίνει με δικονομικά κριτήρια , αλλά υπό την σκοτεινή καθοδήγηση κάποιων μακιαβελικών κυβερνητικών κύκλων ( οι οποίοι ήθελαν απαράδεκτα  να καταρρακώσουν «την ηθική εικόνα» του Κώστα Σημίτη και του πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκε)!

Το συμπέρασμα; Οι πολίτες στις εκλογές της 7 Ιουνίου είναι απαραίτητο να αξιολογήσουν τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα με τη συναίνεση του οποίου λειτουργούσε προφανώς αυτός ο διαστροφικός μηχανισμός παραγωγής σκανδάλων (Novartis). Kαι τούτο, γιατί με τέτοιου είδους μεθοδεύσεις  μοιάζουμε επικίνδυνα με μια διεφθαρμένη λατινοαμερικανική χώρα!

 

O Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής  της  Νομικής  Σχολής  στο ΑΠΘ (kalfelis@law.auth.gr)