Σήμερα το πρωί, στον απόηχο της θλιβερής είδησης για την καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων, ο ακροατής μιας ραδιοφωνικής εκπομπής έθεσε, μέσω μηνύματος που απέστειλε, ένα ερώτημα —αμείλικτο και βασανιστικό, κατά την άποψή μου— που θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής: «Γιατί θα έπρεπε να με απασχολήσει και να με λυπήσει ενδεχόμενη καταστροφή του Παρθενώνα, του θεάτρου της Επιδαύρου ή της Μητρόπολης, από τη στιγμή κατά την οποία τα τελευταία χρόνια, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, τα μέλη της οικογένειάς μου μένουν χωρίς θέρμανση κι εγώ αδυνατώ να ανταποκριθώ στα έξοδα των φροντιστηρίων των παιδιών μου;»

Ας μη σπεύσει κανείς, καταφεύγοντας σε κηρύγματα από καθέδρας και μιλώντας εκ του ασφαλούς, να επιπλήξει τον εν λόγω ακροατή, μηρυκάζοντας κοινότοπες απόψεις περί της αξίας της πολιτισμικής μας κληρονομιάς και της συνέχειας του ελληνισμού. Ας αναλογιστεί απλώς, εάν θέλει να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του, πόσες φορές τέτοιου είδους ζητήματα και έννοιες απασχολούν έστω και κατ’ ελάχιστον τον ίδιον, εάν αγγίζουν όντως τις δικές του ευαίσθητες χορδές.

Ο προαναφερθείς ακροατής, ο συγκεκριμένος άνθρωπος, δεν αποκλείεται να είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο ευαίσθητος από πολλούς συνανθρώπους του σε ό,τι αφορά τέτοιου είδους θέματα, αλλά εκφράζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο διότι η ζώσα πραγματικότητα τον συνθλίβει, τον απογοητεύει, τον εξοργίζει.

Τα οικονομικά δεδομένα δεν του επιτρέπουν να είναι απέναντι στους δικούς του ανθρώπους όπως ο ίδιος θα ήθελε, ενώ οι ασφυκτικές πιέσεις που δέχεται καθημερινά τον απομακρύνουν από το σώμα της κοινωνίας, τον οδηγούν στην αναπόφευκτη αποστασιοποίηση από τα κοινά ενδιαφέροντα, τις κοινές αγωνίες, τις κοινές αξίες και τους κοινούς αγώνες.

Είναι σαφές ότι οι μνήμες και τα μνημεία, παρά την αναμφισβήτητη βαρύτητά τους, δεν μπορούν να καλύψουν το τεράστιο κενό που προκαλεί στο μυαλό και την ψυχή του σημερινού ανθρώπου η απουσία ενός σύγχρονου, επίκαιρου συλλογικού στόχου και οράματος.

Μόνον ένας τέτοιος εξιδανικευμένος στόχος, ένα τέτοιο όραμα, είναι δυνατόν να συνεγείρει και να συνενώσει τα μέλη μιας κοινωνίας, να δημιουργήσει κοινούς κώδικες επικοινωνίας, κοινές προσδοκίες και κοινές ευαισθησίες.

Κάθε κοινωνία, πολλώ δε μάλλον η κατακερματισμένη και βαθύτατα διχασμένη ελληνική κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας, διψά για ένα κοινό όραμα, για έναν ξεκάθαρο και επιτεύξιμο συλλογικό στόχο. Φρονώ, μάλιστα, ότι ο πολιτικός εκείνος που θα τον συλλάβει και θα τον περιγράψει με ενάργεια και πειστικότητα θα έχει σαφές πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο