Χρειάστηκαν δεκαετίες παραζάλης και απαιτήθηκαν εθνικές ήττες και πολλαπλοί αιματηροί εθνικοί διχασμοί μέχρι, επιτέλους, ο Ελληνισμός να κατανοήσει το αυτονόητο: ότι για την Ελλάδα και την Κύπρο η σχέση με τη Δύση είναι ύψιστης υπαρξιακής σημασίας. Σχέση που οι ίδιοι θέσαμε πολλές φορές σε αμφισβήτηση προκαλώντας μύρια όσα δεινά. Οποτε η Ελλάδα ταυτίστηκε με τη Δύση βγήκε ισχυρότερη, ενώ όποτε βρέθηκε απέναντι υπέστη τραγωδίες. Δύση νοούνται πάντοτε οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις: η Αγγλία, η Γαλλία και, από τον 20ο αιώνα, οι ΗΠΑ. Ούτε οι μεγάλες δυνάμεις της Μεσευρώπης, ούτε, πλην μίας περιόδου στον 19ο αιώνα, η Ρωσία. Σήμερα, με τη βοήθεια του μεγαλομανούς Ερντογάν, γινόμαστε ξανά το σύνορο της Δύσης.

Η Ελλάδα γεννήθηκε ως νέο εθνικό κράτος με τη δυτική επέμβαση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου ύστερα από μία ηρωική επανάσταση που όμως το 1827 είχε πνιγεί στο αίμα. Εβδομήντα χρόνια μετά, η Ελλάδα διασώθηκε από πλήρη καταστροφή πάλι με δυτική επέμβαση στην αυτόκλητη τραγωδία του «Ατυχούς Πολέμου» το 1897. Η χώρα διπλασιάστηκε όταν ταυτίστηκε με τη Δύση, με το δόγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1912-13. Και έφτασε στη Συμφωνία των Σεβρών με τη στάση της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά, πήρε τα Δωδεκάνησα ακριβώς επειδή ήταν στο δυτικό στρατόπεδο και στον Β’ Παγκόσμιο. Είναι όμως η ίδια Ελλάδα που όποτε επιχείρησε ή, χειρότερα, έκανε επιλογές αμφισβήτησης του ρόλου της ως ακριτικής χώρας του δυτικού κόσμου, υπέστη ήττες, συρρικνώσεις και καταστροφές.

Η τελευταία εξ αυτών μάλιστα δεν αφορούσε κυρίως την Ελλάδα αλλά την Κύπρο, που το καλοκαίρι του 1974 πλήρωσε πολύ ακριβά το έγκλημα της χούντας της Αθήνας στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή όταν ο Παπαδόπουλος, που είχε καταληφθεί από «νασερισμό», πήρε δραστικά θέση υπέρ των Αράβων στη σύγκρουση με το Ισραήλ (και τις ΗΠΑ) ένα χρόνο πριν. Τότε, όπως ακριβώς και το 1922 με την εθνική τρέλα των «μετανοεμβριανών» κυβερνήσεων, οι δυτικές δυνάμεις συμμάχησαν ουσιαστικά με την Τουρκία με ολέθριες συνέπειες για τον Ελληνισμό.

Επιτέλους, η Ελλάδα και η Κύπρος ανακτούν σήμερα εκ νέου το χαμένο γεωπολιτικό τους έδαφος. Βοηθούν αποφασιστικά τα κοιτάσματα, αλλά εξίσου βοηθούν τρεις ακόμα παράμετροι: η διαρκής επιθετική τουρκική αντιδυτική έξαρση, ότι η Δύση δεν κλείνει πλέον τα μάτια καθώς δεν υπάρχει Ψυχρός Πόλεμος, τουλάχιστον όπως παλιά, και ότι η Ελλάδα και η Κύπρος δεν κάνουν πάλι τα ίδια μοιραία λάθη. Βοηθά επίσης ότι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ οι κυβερνήσεις έχουν ξεπεράσει τα ψυχροπολεμικά στερεότυπα για την Τουρκία. Κάτι που, ειδικά στις ΗΠΑ, κυρίως με τους Δημοκρατικούς, δεν συνέβαινε. Ευτυχώς, οι προχθεσινές εκλογές στο Ισραήλ δεν θα επηρεάσουν αυτή την πολιτική.

Μέγα ευτύχημα είναι ότι σε αυτή την κατεύθυνση συμπορεύονται πλέον όλες ουσιαστικά οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η γεωπολιτική ένταξη των δύο κρατών του Ελληνισμού είναι το σημαντικότερο κεφάλαιό μας και δεν πρέπει να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά και για κανένα λόγο. Ολες μας οι προσπάθειες πρέπει να συγκεντρωθούν στην παγίωση της θέσης του Ελληνισμού στην πρώτη γραμμή της Δύσης, σε όσο μεγαλύτερο βάθος και έκταση μπορεί να γίνει, σε ένα ευρύ μεταβαλλόμενο πεδίο που θυμίζει, περισσότερο από ποτέ, το Ανατολικό Ζήτημα στην ύστερη φάση του. Πρέπει να το κατανοήσουμε και να παγιώσουμε τη θέση μας ως ακρίτες του δυτικού κόσμου, των αξιών, των συμφερόντων του. Ελλάδα και Κύπρος έχουν και πάλι, ύστερα από πολύ καιρό, ρόλο, λόγο και μέλλον σε εκείνα που έρχονται.

Γράψτε το σχόλιο σας