Η ανακοίνωση ότι μηδενίστηκε ο ELA για τις ελληνικές τράπεζες κανονικά θα ήταν μία από τις «καλές ειδήσεις», σε μια μέρα που η ειδησεογραφία κυριαρχείται από το πού τελικά θα καταλήξει το κυβερνητικό σχέδιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας.

Και ο λόγος είναι ότι αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν πια μια τόσο οξεία κρίση ρευστότητας ώστε να καταφεύγουν σε αυτό τον έκτακτο μηχανισμό.

Βέβαια την ίδια στιγμή οι τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το πολύ σοβαρό πρόβλημα με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, αυτά που συνηθίσαμε να λέμε «κόκκινα δάνεια».

Αυτό, άλλωστε, αποτελεί και την αιτία της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς καθώς οι τελευταίοι επιμένουν ότι χρειάζονται πιο δραστικά μέτρα και υπάρχει κίνδυνος οι ρυθμίσεις για την πρώτη κατοικία να επιτείνουν τον «ηθικό κίνδυνο» οι στρατηγικοί κακοπληρωτές να συνεχίσουν να μην αποπληρώνουν τα δάνειά τους.

Οι δυο εικόνες αυτές λένε στην πραγματικότητα πολύ περισσότερα για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας από τις εύκολες και  (όχι και τόσο) ανέξοδες δηλώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης.

Ποια η πραγματική εικόνα της ελληνικής οικονομίας;

Η τριμηνιαία έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 27 Μαρτίου μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε σε ποια ακριβώς φάση βρίσκεται η ελληνική οικονομία.

Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης της Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής που έχει πρόεδρο τον καθηγητή Παναγιώτη Κορλίρα είναι τα ακόλουθα:

«-Αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% σε ετήσια βάση για το 2018· αποτέλεσμα της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της συγκράτησης σε χαμηλότερα επίπεδα του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, σύμφωνα µε τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

-Σε κάμψη οι επενδύσεις το 2018· µε μικτά πρόσηµα οι επιμέρους κατηγορίες. Παραμένει χαμηλή η συνεισφορά των επενδύσεων στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.

-Σταθερή η βελτίωση στην αγορά εργασίας, µε τόνωση της απασχόλησης και κάµψη της ανεργίας κατά σχεδόν τρεις ποσοστιαίες μονάδες το 2018. Τάση ενίσχυσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης το τελευταίο έτος.

-Ανησυχητική η αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 2,9% του ΑΕΠ, σύμφωνα µε τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος· το υψηλότερο ποσοστό από το 2012.

-Διαμόρφωση των ροών Ξένων Άμεσων Επενδύσεων σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση µε πέρυσι (+€442 εκατ.). Σημαντική η κάμψη των αποδόσεων του δεκαετούς ομολόγου του ελληνικού δημοσίου.»

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια οικονομία που είναι σε ένα μεταίχμιο. Έχει εξέλθει μιας οξείας δημοσιονομικής κρίσης και τα δημοσιονομικά δεδομένα είναι θετικά, αν και με το τίμημα πολύ μεγάλων περικοπών στις δημόσιες επενδύσεις.

Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα ύφεσης ή συρρίκνωσης, όμως οι αναπτυξιακοί ρυθμοί είναι χαμηλοί και σε κανένα βαθμό δεν παραπέμπουν σε απογείωση της οικονομίας.

Η ανεργία υποχωρεί διαρκώς, έστω και με το τίμημα της μεγαλύτερης ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων.

Η ανάπτυξη τροφοδοτείται σε μεγαλύτερο βαθμό από την αύξηση της κατανάλωσης παρά από τις επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Οι επενδύσεις μπορεί να έχουν αυξηθεί αλλά παραμένουν πολύ χαμηλότερες ως συνολικό ποσοστό σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώνεται και θα ήταν σε χειρότερη κατάσταση εάν δεν υπήρχε και η σημαντική συνεισφορά του τουρισμού.

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια οικονομία που έχει ακόμη αρκετό δρόμο για να μπορέσει να χαρακτηριστεί ότι έχει μπει πραγματικά σε τροχιά ανάπτυξης. Η λιτότητα και όχι η αύξηση του ΑΕΠ και των εσόδων παραμένει η καθοριστική παράμετρος της βελτίωσης στα δημοσιονομικά και παρά τη συνεχιζόμενη καταγραφή αυξητικών ρυθμών ως προς το ΑΕΠ, το αναπτυξιακό μοντέλο και η δυνατότητα μιας ισχυρής ενδογενούς αναπτυξιακής δυναμικής παραμένουν ανοιχτές προκλήσεις.

Τα μνημόνια τελείωσαν, το μοντέλο τους παραμένει ενεργό

Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι παρότι η κυβέρνηση διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι βγήκαμε από τα μνημόνια, στην πραγματικότητα η ελληνική οικονομία δεν έχει βγει πραγματικά από τα μνημόνια. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι το ίδιο το πλαίσιο της τυπικής «εξόδου» περιλάμβανε δεσμεύσεις ουσιαστικής παραμονής. Το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία παραμένει υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και πρακτικά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή που κάθε ρύθμιση ή σημαντική απόφαση έπρεπε να περάσουν από τον έλεγχο της Τρόικας αποτυπώνει ακριβώς ότι κάποια πράγματα δεν άλλαξαν.

Αυτό άλλωστε αποτυπώνει και το γεγονός ότι ακόμη και μέτρα ελάφρυνσης του χρέους όπως για παράδειγμα η επιστροφή των κερδών των ελληνικών ομολόγων που διακράτησαν ο ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες συνδέθηκε με την επιτυχή ολοκλήρωση αξιολογήσεων που σε τίποτα δεν διαφέρουν από την εποχή που κάθε δανειακή δόση γινόταν πραγματικό θρίλερ.

Όμως, υπάρχει και κάτι πιο βαθύ. Οι επιτυχίες της ελληνικής οικονομίας είναι οι επιτυχίες μιας οικονομίας που ακολουθεί ένα « πρόγραμμα», ένα μνημόνιο.

Αυτό δείχνει η βελτίωση των δημοσιονομικών με όρους σκληρής λιτότητας, η ανάκαμψη της απασχόλησης στο έδαφος της «εσωτερικής υποτίμησης» που έλαβε χώρα τα προηγούμενα χρόνια και η αντιφατική πορεία των επενδύσεων που ναι μεν ανακάμπτουν αλλά παραμένουν χαμηλές σε μια χώρα όπου κατά βάση αναδείχτηκε ως συγκριτικό πλεονέκτημα τα προηγούμενα χρόνια το χαμηλό κόστος εργασίας την ώρα που ακόμη και το δημόσιο μειώνει την επενδυτική του δαπάνη για να πετυχαίνει τους ονομαστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Το προεκλογικό κλίμα και τα ανοιχτά ερωτήματα

Υπό κανονικές συνθήκες τώρα ακριβώς θα ήταν η στιγμή για να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για το οικονομικό και αναπτυξιακό μοντέλο που χρειαζόμαστε στη μεταμνημονιακή εποχή.

Αυτό θα σήμαινε μια σοβαρή συζήτηση  για το ποιοι κλάδοι μπορούν να αποτελέσουν τις πραγματικές ατμομηχανές της ελληνικής οικονομίας με όρους υψηλής προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση και όχι με εγκλωβισμό στον τουρισμό και σε άλλους πιο «παραδοσιακούς» κλάδους.

Θα σήμαινε μια συζήτηση για το πώς μπορούν οι δημόσιες επενδύσεις σε συνδυασμό με τους ευρωπαϊκούς πόρους να αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση υποδομών που θα διευκολύνουν ακριβώς μια τέτοια στροφή στις πρακτικές υψηλής προστιθέμενης αξίας αξιοποιώντας ταυτόχρονα και το επιστημονικό δυναμικό της χώρας (που χρειάζεται θέσεις εργασίας και όχι απλώς προγράμματα υποτροφιών).

Θα σήμαινε μια συζήτηση για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της παιδείας αντί για τους χωρίς σχέδιο (και προοπτική) πειραματισμούς του Κώστα Γαβρόγλου που τόσες αντιδράσεις έχουν προκαλέσει.

Σημαίνει ανασυγκρότηση του τραπεζικού συστήματος με όρους αποκατάστασης της δυνατότητάς του να τροφοδοτεί την πραγματική οικονομία με ρευστότητα με ορίζοντα τις επενδύσεις, την ανανέωση του τεχνολογικού εξοπλισμού και την δυνατότητα να αποκτήσουν οι καινοτόμες ιδέες και εταιρείες την κρίσιμη πρόσβαση σε δανειοδότηση που θα τους επιτρέψει πραγματικά να γίνουν μοχλός ανάπτυξης.

Μόνο που αυτή η συζήτηση δεν γίνεται. Αντ’ αυτού η κυβέρνηση προτιμά να επικεντρώνει σε μέτρα που θεωρεί ότι διαμορφώνουν προφίλ «φιλολαϊκό» και με επίφαση «σύγκρουσης με τους θεσμούς», αποφεύγοντας να καταθέσει ένα συγκροτημένο σχέδιο για την «επόμενη μέρα», την ώρα που και η αντιπολίτευση περιορίζεται σε τοποθετήσεις αρχών περισσότερο παρά συγκεκριμένων μέτρων.

Μόνο που σε ένα τοπίο όπου η παγκόσμια οικονομία παραμένει σε συνθήκη αστάθειας και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να μην μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος που επεξεργάζεται στρατηγικές προτάσεις, το να μη γίνεται έστω και στο εσωτερικό της χώρας αυτή η συζήτηση απλώς αυξάνει τους κινδύνους.

Γράψτε το σχόλιό σας