Τον Θύμιο εμείς τον γνωρίσαμε στον καλό ελληνικό κινηματογράφο και στο θέατρο. Ο Χατζηχρήστος έβγαινε στο σανίδι έλεγε: «αμ πώς!» και «ασωπή» και «τ’ άκουσες πολί μου» και γινόταν χαμός.

Τα τελευταία, όμως, χρόνια τη δόξα του μεγάλου έλληνα κωμικού έκλεψε ένας άλλος… ερασιτέχνης κωμικός, ο Θύμιος Λυμπερόπουλος. Καλτ φιγούρα των προηγούμενων δύο δεκαετιών, βασικός εκπρόσωπος της λεγόμενος «λαϊκής» (ή λαϊκίστικης) Δεξιάς. Ο Θύμιος των ταξιτζήδων που άλλοτε ήταν πανίσχυρος κλάδος γιατί έπαιρναν τηλέφωνο στα κανάλια και τα ραδιόφωνα κι έλεγαν «ξέρετε ρε τι λέει ο κόσμος που μπαίνει στο ταξί. Θα σας μαυρίσουν ρεεεε».

Τα χρόνια πέρασαν, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Ο κακός «ταρίφας», με το βρόμικο αυτοκίνητο, το πειραγμένο ταξίμετρο, τις γυροβολιές σε μια περιοχή για να γράφει το… κοντέρ, το ένα τσιγάρο πάνω από το άλλο και τον Στράτο Διονυσίου στη διαπασών με το έτσι θέλω, αντικαταστάθηκε. Νέα παιδιά βγήκαν στις πιάτσες, πολλά μορφωμένα μάλιστα, με σεβασμό στο πελάτη, χωρίς το στρίμωγμα δύο και τριών επιβατών στο πίσω κάθισμα. Με καινούργια, καθαρά αυτοκίνητα, με τρόπους και με μια κουλτούρα που ταιριάζει σε ευρωπαϊκή χώρα.

Όχι όλοι βέβαια, αλλά σε ποιο επάγγελμα δεν υπάρχουν και τα σαπρόφυτα;

Το επάγγελμα του ταξιτζή άλλαξε μορφή, μπήκαν τα taxibeat, ήρθε η τεχνολογία που έφερε ταχύτητα και καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη. Όμως ένα πράγμα έμεινε απαράλλαχτο αυτά τα χρόνια. Το βαμμένο κομοδινί μαλλί του Θύμιου ο οποίος αφού έφαγε πόρτα και από τη λαϊκή δεξιά βρήκε μια ζεστή αγκαλιά στη… λαϊκή αριστερά.

Διότι υπήρχε καλύτερο καταφύγιο από αυτό με τους λαϊκιστές της Κουμουνδούρου και της πασοκοκρατίας που αγκαλιάστηκε σφιχτά με τους –που ήσουνα νιότη που ’λεγες πως θα γινόμουν άλλος- αριστερούς; Ο Θύμιος ξαναβγήκε στο προσκήνιο και ξεκίνησε τον πόλεμο κατά της Taxibeat. Και την Πέμπτη έγινε στα δικαστήρια η δίκη για όλους τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που είπε ο Θύμιος ο «αμ πως» της νέας γενιάς.

Είχε πει για την εταιρεία ότι έχει off shore, ότι βγάζει μαύρα, ότι δεν φορολογείται γιατί βρίσκεται σε χώρες «παράδεισους» και τόσα άλλα. Και ποιος έσπευσε να τον υπερασπιστεί; Μα ποιος άλλος από τον υπουργό Μεταφορών, Χρήστο Σπίρτζη;

Διότι μόνο στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας ο υπουργός που είναι αρμόδιος για να γίνονται καλύτερα οι μεταφορές και η διευκόλυνση των πολιτών, πάει να υπερασπιστεί έναν άνθρωπο ο οποίος θέλει τον κλάδο των ταξιτζήδων όπως τον βρήκε: Με βρόμικα Ι.Χ. με διπλές και τριπλές κούρσες, χωρίς απόδειξη, με αγένεια και υφάκι και με τη λογική του «όποτε γουστάρουμε κλείνουμε τους δρόμους» γιατί είμαστε το… κίτρινο κύμα. Και γιατί κάποτε ο μακαρίτης ο Κακαουνάκης τους είχε κάνει κράτος εν κράτει.

Είχε αποδείξεις ο Θύμιος για τις καταγγελίες κατά της Taxibeat; Με γειά του με χαρά του. Να τις καταθέσει να πάνε μερικοί φυλακή. Ελα όμως που δεν είχε. Η εταιρεία ελέγχθηκε αλλά δεν βρήκε και πολλά πράγματα η κυβέρνηση του ηθικού πλεονεκτήματος. Και ο υπουργός Σπίρτζης το μόνο που είπε στο δικαστήριο ήταν ότι ««είναι καθήκον του να υπερασπιστεί τον κλάδο σε θεσμικό πλαίσιο».

Πολύ ωραία λογική. Εύγε στον υπουργό, εύγε και στο κάθε Θύμιο που πιστεύει ότι η υπεράσπιση του κλάδου του γίνεται με λάσπη. Όμως, μ’ αυτή τη λάσπη δεν πορευόμαστε τα τελευταία χρόνια στη χώρα. Από δεξιά, από αριστερά, από το κέντρο παντού λάσπη κι όποιον πάρει ο χάρος. Η βρομιά να μένει και όλα τα υπόλοιπα…

Η χώρα ζει ξανά στους ρυθμούς της δεκαετίας του ’90. Ο Θύμιος Λυμπερόπουλος δεν είναι φάντασμα. Ο ίδιος είναι μόνο που δίπλα του έχει την αποτυχημένη πασοκαρία που έχει πλέον γίνει καθεστώς. Κι όπως θα ’λεγε και ο κανονικός (όχι ο βαμμένος) Θύμιος: «Τ’ ακουσες πολί μου»;