Ποιος θυμάται το δόγμα της δημιουργικής ασάφειας; Σε μια από τις πιο δημιουργικές στιγμές της χρυσής περιόδου ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ο πρωθυπουργός μας εμφάνισε τη θέση περί συνταγματικής κατοχύρωσης της «θρησκευτικής ουδετερότητας» του κράτους, ως πρόταση που θα καταθέσει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Αυτές οι δυο λεξούλες από μόνες τους δεν σημαίνουν απολύτως, μα απολύτως, τίποτα, είναι απλώς μια παραπλανητικά αφηρημένη διατύπωση στην οποία ο καθένας δίνει ό,τι περιεχόμενο του ταιριάζει, όπως φαίνεται και από τις διάφορες αντιδράσεις ως τώρα. Ο καθένας διάβασε σε αυτή ό,τι ήθελε να διαβάσει.

Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος το παραδέχτηκε μάλιστα ότι κι ο ίδιος δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο πρωθυπουργός κι ότι χρειάζεται, προφανώς, περαιτέρω διευκρίνιση. Έσπευσε όμως να του δώσει πίσω λίγη από την χαμένη του κινηματική αριστεροσύνη, ξεκαθαρίζοντας πως, σε κάθε περίπτωση, η εκκλησία δεν θα δεχτεί το γαλλικό μοντέλο «ουδετερότητας».

Ευτυχώς για τον αρχιεπισκοπό (και δυστυχώς για όσους φαντάζονταν ένα κράτος κοσμικό) δεν υπάρχει κανένας τέτοιος κίνδυνος. Και τολμώ να εκτιμήσω ότι το γνωρίζει αυτό κι ο ίδιος κι όχι μόνο επειδή έχει επισημανθεί σε κάθε τόνο, ευθέως και δια των διαρροών, πως δεν υπάρχει καμία πρόθεση ρήξης.

Το γαλλικό πρότυπο κοσμικού κράτους είναι μια έννοια τόσο βαθιά εμπεδωμένη στην γαλλική φιλοσοφία και πολιτική ιστορία που περιγράφεται με μια γαλλική λέξη που πολύ δύσκολα μεταφράζεται, γι’αυτό και την αναγνωρίζουν και πολλοί μη γαλλόφωνοι. Τη λέξη «λαϊσιτέ» (laicite).

Το ότι δεν σημαίνει τίποτα από τα παραπάνω και τίποτα γενικώς προκύπτει, άλλωστε, από τα ψιλά γράμματα. Αυτά στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, το οποίο φέρει τον τίτλο «σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας» και ξεκινά με τον συνταγματικό νομοθέτη να ορίζει την επικρατούσα θρησκεία της Ελλάδας. Είναι ένα άρθρο στο οποίο ο συνταγματικός νομοθέτης συστήνεται ως χριστιανός.

Στο άρθρο 3, την κατοχύρωση της επικρατούσας θρησκείας, βασίζεται η θρησκευτικότητα στην κρατική λειτουργία (π.χ. αγιασμοί, εικόνες κλπ) και οι ερμηνείες απλών νόμων υπό το πρίσμα ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου χριστιανισμού (π.χ. αν είναι νόμιμο να είναι εργάσιμη η Κυριακή με κριτήριο τον εκκλησιασμό των ορθοδόξων, πόσες ώρες θα κάνουν τα παιδιά θρησκευτικά και με τι ύλη κλπ). Αν αυτή η επίμαχη διατύπωση μείνει ως έχει – όπως φαίνεται να είναι η πρόθεση της κυβέρνησης – τότε η συζήτηση είναι άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Το πολύ πολύ να ζήσουμε ένα μίνι σόου αριστεροσύνης και κανένα καβγαδάκι με μερικούς ιερωμένους που ήδη ξεκίνησαν τις τουρνέ στα πάνελ.

Χρειάζεται σοβαρότητα κι από την πλευρά της αντιπολίτευσης όμως. Ακόμη κι αν – λέμε τώρα – η πλειοψηφία πρότεινε κατάργηση της επικρατούσας θρησκείας, αυτό δεν σημαίνει ότι θα μας ξηλώσει κανείς τους σταυρούς από το λαιμό και θα μας απαγορεύσει να γιορτάζουμε την Ανάσταση και τα Χριστούγεννα. Η θρησκευτική ελευθερία (που αφορά πεποιθήσεις, έκφραση, τρόπο ζωής) κατοχυρώνεται πλήρως ως ατομικό δικαίωμα. Δεν χρειάζεται να αναστατώνουν το ακροατήριο τους τσιγκλίζοντας έτσι τις ευαίσθητες χορδές τους. Το έλεγε κι ο Παύλος άλλωστε: «να μιλάτε ο καθένας σας την αλήθεια με το διπλανό του, καθότι είμαστε μέλη του ίδιου σώματος».

Γράψτε το σχόλιο σας