Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας και Μοραβίας είναι ο διάδοχος του ΚΚ Τσεχίας και (αν δεν απατώμαι) το μοναδικό κομουνιστικό κόμμα από τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που επιβιώνει στη μετακομμουνιστική εποχή.
Σε πολιτική απομόνωση μετά την πτώση του κομμουνισμού, τα εκλογικά ποσοστά του κυμαίνονται σταθερά από 10-11% έως 13-14% με αραιές αποκλίσεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Προσφάτως μάλιστα και για πρώτη φορά από το 1989 αποφάσισε να δώσει στήριξη στην κυβέρνηση του «τσέχου Τραμπ» Αντρέι Μπάμπις, στην οποία πάντως δεν μετέχει.
Πριν από λίγες μέρες ο πρόεδρος του ΚΚ Βόιτσεχ Φίλιπ δήλωνε για τον Βίκτορ Ορμπαν (Ουγγαρία) ότι «οι κατηγορίες που του προσάπτουν είναι πολύ άδικες, προσπαθεί απλώς να προστατεύσει τα κοινά σύνορα του Σένγκεν».
Κι αυτό το κάνει ο Ορμπαν απέναντι «στην ηλίθια πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» («Le Monde», 2/10).
Ερώτηση κρίσεως. Στην αναμέτρηση με την Ακροδεξιά (όπου, κατά τον Τσίπρα, θα ψηφίζουμε Μητσοτάκη και θα βγαίνει Ορμπαν…) και στην «προοδευτική συμμαχία» (την οποία οραματίζονται διάφοροι ανεγκέφαλοι της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς…) οι κομμουνιστές της Τσεχίας με ποιον θα είναι;
Λίγες μέρες αργότερα, οκτώ ευρωβουλευτές των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, των Πρασίνων και της Αριστεράς υπέγραψαν ένα κοινό κείμενο με τίτλο «Η αλληλεγγύη απέναντι στην εμμονή της ασφάλειας» (16/10).
Αν αυτό είναι η «προοδευτική συμμαχία» που ψάχνει ο Τσίπρας, τότε πολύ φοβούμαι ότι η Ακροδεξιά έχει πάρει το ματσάκι από τα αποδυτήρια.
Ιδίως αν συνδυάσουμε «την εμμονή της ασφάλειας» με την πρόσφατη διαπίστωση της Τασίας Χριστοδουλοπούλου ότι «η ανάπτυξη της ισλαμοφοβίας είναι αποτέλεσμα της αμυντικής πολιτικής των κυβερνήσεων της ΕΕ» (10/10).
Με άλλα λόγια, η ισλαμοφοβία δεν αναπτύχθηκε επειδή οι ισλαμιστές έχουν σφάξει τον μισό πλανήτη, αλλά επειδή οι Ευρωπαίοι αμύνονται.
Αν λοιπόν αναρωτιέστε για ποιον λόγο η Ευρώπη στρίβει δεξιά κι ενίοτε πολύ δεξιά, οι απαντήσεις βρίσκονται μπροστά στα μάτια σας: Επειδή οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν φόβους, επιθυμίες κι ανησυχίες, τις οποίες η «προοδευτική συμμαχία» δεν συμμερίζεται και μάλλον ούτε καν αναγνωρίζει.
Δικαίωμά της, θα μου πείτε. Ναι, αλλά στο τέλος κερδίζουν οι πολίτες.
Καλώς ή κακώς, εκείνοι δεν πιστεύουν ότι η ασφάλεια είναι εμμονή. Δεν θέλουν απαραιτήτως να αγκαλιάσουν όλους τους ξεριζωμένους του πλανήτη _ «τη δυστυχία του κόσμου» όπως τους αποκαλούσε ο Μισέλ Ροκάρ…
Δεν θεωρούν ότι όποιος μιλάει για πατρίδα, ταυτότητα, παράδοση, προστασία, οικογένεια, δημόσια τάξη είναι απόγονος του Μουσολίνι. Δεν αποδέχονται γενικώς την ηθική ενοχοποίηση των φρονημάτων, των αξιών και της ηθικής τους.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ούτε οι κυβερνητικές συνεργασίες (διαφορετικές σε κάθε χώρα), ούτε η άμβλυνση των αντιθέσεων Δεξιά/Αριστερά (γιατί άραγε πλήττει μόνο την Αριστερά κι όχι τη Δεξιά;), ούτε τα σωστά μέτωπα και οι λάθος συμμαχίες.
Αν μια δημοκρατική ήπειρος στρίβει δεξιά και μάλιστα καμιά φορά άγαρμπα, είναι επειδή ούτε βλέπει ούτε έχει πού αλλού να στρίψει.
Την περασμένη Κυριακή στη Βαυαρία, οι συντηρητικοί Χριστιανοκοινωνιστές έχασαν 10,5 μονάδες από τις τελευταίες εκλογές αλλά με 37,5% είναι μακράν πρώτο κόμμα με υπερδιπλάσιο ποσοστό από τους δεύτερους Πράσινους (17,5%).
Στις ίδιες εκλογές το άθροισμα των τριών δεξιών κομμάτων (CSU, FW, AfD) φτάνει στο 60%. Το άθροισμα των τριών αριστερών κομμάτων (Πράσινοι, SPD, Linke) κάτω από 30%.
Από τη Ρώμη στη Στοκχόλμη και το Μόναχο, το φαινόμενο είναι διπλό. Οχι μόνο ανεβαίνει παντού η Δεξιά (σε όλες τις εκδοχές της), αλλά και υποχωρούν παντού η Σοσιαλδημοκρατία με την Αριστερά κι όλες τις εκδοχές της.
Πολύ φοβούμαι ότι δεν στρίβει πια μόνο η πολιτική. Οτι δεν είναι μια συγκυριακή μετακίνηση. Είναι τεκτονική αλλαγή. Στρίβει ολόκληρη η κοινωνία.
Και ως εκ τούτου το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι πολιτικό, ιδεολογικό ή εκλογικό. Είναι βαθιά πολιτισμικό, αλλάζει ο κόσμος στον οποίο ζούμε.
Είναι δηλαδή η ίδια η κοινωνία που εξηγεί για ποιον λόγο η «προοδευτική συντροφιά» που φιλοδοξεί να αποπλεύσει παραπέμπει περισσότερο στον «Τιτανικό» παρά στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν».
Εσωτερικό έγγραφο ενός μεγάλου ευρωπαϊκού κόμματος για τις εκλογές του προσεχούς Μαΐου εκτιμούσε πολύ πιθανή την υποχώρηση των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στην τρίτη θέση – με πρώτο το Λαϊκό Κόμμα και δεύτερους τη «λαϊκιστική Δεξιά» των Σαλβίνι, Λεπέν, AfD κ.λπ. Η τύχη των Πρασίνων και της Αριστεράς είναι κυριολεκτικά άδηλη.
Ακούγεται λογικό. Αν τα απλά ερωτήματα χρειάζονται απλές απαντήσεις, τότε η πιο απλή απάντηση είναι ότι οι μεν συμβαδίζουν με το εκλογικό σώμα, ανταποκρίνονται στις ιεραρχήσεις και τις απαιτήσεις, στις αξίες και τις ταυτίσεις του. Οι δε όχι.
Πόσοι Ευρωπαίοι άραγε αισθάνονται σήμερα ότι καλύπτονται από τις εξηγήσεις της κυρίας Τασίας για την ισλαμοφοβία;
Πόσοι Ελληνες δέχονται ότι ορθά αποτελεί δικαίωμα του καθενός να προσδιορίζεται με όποιο φύλο επιλέγει, αλλά δεν δικαιούται να διεκδικεί τον προσδιορισμό «Μακεδόνας»;
Πόσοι πολίτες θεωρούν στις μέρες μας την ασφάλεια «εμμονή»;
Στα καινούργια ερωτήματα που πλημμυρίζουν έναν καινούργιο κόσμο η Αριστερά κουβαλάει τις ίδιες βαρετές απαντήσεις μέσα από τις ίδιες αδιατάρακτες βεβαιότητες. «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά»!
Δίνει ξεπερασμένες μάχες κατά των ανισοτήτων και υπέρ των δικαιωμάτων στις κοινωνίες με τις μικρότερες ανισότητες και τα περισσότερα δικαιώματα. Αυτό από μόνο του προσδιορίζει το μέγεθος της ιδεοληψίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ήττα της κυβέρνησης και διαφόρων ομοϊδεατών της στο Σκοπιανό δεν προέκυψε μόνο από την κουτοπονηριά με την οποία έντυσε τις μεθοδεύσεις της.
Αλλά κι από την αδυναμία της να καταλάβει και να αφομοιώσει την ουσία του προβλήματος. Ακόμη και σήμερα μιλάει για «ακροδεξιούς» κι «εθνικιστές», όταν βρίσκεται καταφανώς αντιμέτωπη με ένα ζήτημα ταυτότητας που διαπερνά μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Αιφνιδιάστηκε επειδή κοιμόταν. Οχι επειδή ξύπνησαν οι Μακεδονομάχοι.
Και τώρα, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, τρομαγμένοι κι ανήμποροι, πασχίζουν να ξαναβάλουν το τζίνι στο μπουκάλι.
Αδικος κόπος. Μόνο αν βρουν καινούργιο μπουκάλι. Ή αν προκύψει κανένα καινούργιο τζίνι.

Γράψτε το σχόλιό σας