H πολιτική του χωρίζει, η μητέρα τους ενώνει. Κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η σχέση Σταύρου και Φώφης μετά από όσα έγιναν την προηγούμενη εβδομάδα και τις απειλές της δεύτερης.

Ομως, στη γιορτή της μητέρας και οι δύο έστειλαν μηνύματα αγάπης. Η Φώφη Γεννηματά ανάρτησε ένα συγκινητικό μήνυμα, ως κόρη και ως μητέρ.

Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κάνει αναφορά στη δική της μητέρα, που την έχασε πάντα νωρίς, αλλά είναι πάντα μέσα της, όπως γράφει, αλλά και τη δύναμη που έχει πάρει από τα δικά της παιδιά.

«Ημέρα γιορτής η σημερινή αλλά πόσο δύσκολες είναι πάλι οι συνθήκες για τη μάνα», επισημαίνει μεταξύ άλλων.

Αναλυτικά το μήνυμά της:

«10 χρόνια πριν, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, μια αγκαλιά γεμάτη ελπίδα. Πόση δύναμη πήρα από τα χεράκια τους, το χαμόγελό τους. Να τα βλέπεις να μεγαλώνουν και να είσαι δίπλα τους, είναι η μεγαλύτερη χαρά. Πηγή ζωής. Η αγάπη της μάνας, αγάπη χωρίς όρια.Δεν μπορώ να αγκαλιάσω τη δική μου μητέρα, την έχασα νωρίς. Είναι πάντα όμως μέσα μου, στην καρδιά μου, η λεβεντιά της, η στήριξη της, η φλόγα της για τη ζωή, η δύναμη που έκρυβε μέσα της, οι αγώνες της για ισότητα, για τα δικαιώματα των γυναικών, για την προστασία της μητρότητας, για την οικογένεια.

Ημέρα γιορτής η σημερινή αλλά πόσο δύσκολες είναι πάλι οι συνθήκες για τη μάνα.

Η οικονομική κρίση, η λιτότητα, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η ανεργία, οδηγούν στη φτωχοποίηση της ελληνικής οικογένειας. Η αφαίρεση ακόμα και στοιχειωδών δικαιωμάτων, ούτε το σεβασμό αλλά ούτε την υποχρέωση της πολιτείας εκφράζουν για το ρόλο και τη σημασία της μητρότητας.

Η αντιμετώπιση του δημογραφικού για τη χώρα μας αποτελεί όρο ανανέωσης των γενιών μας. Αποτελεί προτεραιότητα, με πολιτικές στήριξης των νέων ζευγαριών, ειδικά κίνητρα, διευκολύνσεις, ασφαλιστικές καλύψεις και υπηρεσίες για την ανατροφή των παιδιών.

Ημέρα γιορτής όμως σήμερα, τιμάμε τους αδιάκοπους, καθημερινούς κόπους και αγώνες κάθε μητέρας. Αναγνωρίζουμε με σεβασμό την πολύτιμη προσφορά της».

Ο επικεφαλής του Ποταμιού Στ. Θεοδωράκης γράφει:

«Δούλεψε πολύ. Αν πρέπει να ξεχωρίσω μια φράση για την μάνα μου, είναι αυτή.
Δεν μιλώ για το χωριό. Εκεί όλοι δούλευαν.
Στις ελιές, στα πρόβατα, στο μποστάνι, στο αμπέλι, στο ξεχορτιάριασμα, στο αλέτρι, στις κότες, στα κουνέλια, στη σκάφη, στην κουζίνα, στο ζύμωμα, στο φούρνισμα. Και μόνο στις σχόλες έβαζαν τα καλά τους και έλεγαν τι ωραία που είναι η ζωή. Ή τα βράδια, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, για μια – δύο ώρες, μαζευόντουσαν στις αυλές ή γύρω από το τζάκι, για να αποστερήσουν.

Αλλά δεν μιλώ γι’ αυτά.
Μιλώ για την Αγία Βαρβάρα, στα χρόνια που εγώ ήμουν μαθητής. Η μάνα μου ξυπνούσε πρώτη. Να μας φτιάξει δύο φέτες ψωμί. Να καθαρίσει ίσως τα χόρτα ή τους χοχλιούς – να τους βάλει να βράσουν. Μέχρι να σηκωθούμε είχε πλύνει τα χθεσινά ρούχα και τα είχε στριμώξει εκεί που θα περνούσαν οι ακτίνες του ήλιου. Δυο φιλιά και ο πατέρας μου έφευγε για τα δικαστήρια, να ανοίξει τον πάγκο με τα κουλούρια και τα χαρτόσημα. Μόλις συμμάζευε το σπίτι, σε δύο ώρες, έφευγε και αυτή. Με το λεωφορείο στην Ζήνωνος. Το μεσημέρι μερικές φορές γυρνούσε σπίτι. Είχε και τα παιδιά. Να φάνε, να διαβάσουν, να τα μάθει να κάνουν τις δουλειές. Πότε πότε έσπαγαν τα νεύρα της και μοίραζε σφαλιάρες. Τα απογεύματα αν δεν ξαναπήγαινε στα δικαστήρια – να του πάει και φαγητό – έκανε τις χοντρές δουλειές. Σφουγγάρισμα, σιδέρωμα – όχι με στιρέλα – ράψιμο. Τα ρούχα είχαν πάντα μια δεύτερη ζωή στα χέρια της. Το άσπρο πουκάμισο του πατέρα, όταν φαγώθηκαν οι γιακάδες το έκανε μάο για μένα και μετά φουστανάκι για την Αλεξία. Κένταγε και τις μαξιλαροθήκες – τις καλές, όχι τις καθημερινές. Και τις Κυριακές καταχτυπούσε στον αργαλειό. Αλλά αυτό δεν το λογιάζουμε για δουλειά. Ήταν το κέφι της. Τον έστηνε στο πι και φι και μέχρι να βραδιάσει είχε φτιάξει δυο τρεις κουρελούδες.

Και τις Δευτέρες έπρεπε να φύγω τρέχοντας από το σχολείο. Να την συναντήσω στην Αγιά Ελεούσα, να μεταφέρουμε την λαϊκή στο σπίτι. Το λεωφορείο δεν ανέβαινε τότε στην Άνω Αγία Βαρβάρα – δεν έβγαζε δηλαδή την ανηφόρα. Ζωνόμασταν τις πάνινες τσάντες – τις είχε κάνει με μακριά λουριά για να τις περνάμε από το λαιμό – μια δεξιά μια αριστερά για να ισορροπούμε, παίρναμε και από 2-3 σακούλες σε κάθε χέρι και μπαίναμε στην ανηφόρα. Αυτή τραβούσε και το καρότσι.

Αλλά τι σας λέω τόση ώρα;
Αφού την ξέρετε. Την γνωρίζετε. Την ζήσατε και εσείς. Γιατί αυτές ήταν οι μανάδες μας, οι γιαγιάδες μας, οι γυναίκες που μας ανάθρεψαν.
Αυτές που μας έκαναν άνθρωπο.

Αργυρούλα σε ευχαριστώ».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο