Αλήθεια παγκοσμίως γνωστή και διαρκώς επαληθευόμενη: ποτέ, σε καμία περίπτωση, δεν κάνεις αβάντα σε ανταγωνιστή σου. Δεν αναφέρεις ποτέ το όνομά του, δεν παραδέχεσαι την επιτυχία του και δεν τον στηρίζεις στις δύσκολες στιγμές του. Για την ακρίβεια, προσπαθείς να κάνεις σαν να μην υπάρχει –γιατί, όσο δεν υπάρχει, τόσο το καλύτερο για σένα.

Όταν μιλάμε για μέσα ενημέρωσης, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα. Προφανώς, η δημοσιότητα δεν επιτρέπει σε ένα κανάλι ή μια εφημερίδα να αγνοήσει μια είδηση που δεν έβγαλαν οι δικοί του δημοσιογράφοι, αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα. Αντίθετα, καμιά φορά γίνεται αφορμή για μεγάλες κόντρες, που, ανάλογα με το μέγεθος των μέσων, κρατούν και ωριμάζουν σαν το παλιό κρασί. Μια από αυτές είναι εκείνη ανάμεσα στους New York Times και στην Washington Post. Οι NYT είναι πιο γνωστοί για τις αναλύσεις τους, η Post για την έρευνά της.  Οι πρώτοι, όπως ίσως ξέρει όποιος είδε την πρόσφατη ταινία του Σπίλμπεργκ, έχουν κάθε λόγο να σιχαίνονται τους δεύτερους.

Επανειλημμένα εδώ και χρόνια, οι δύο εφημερίδες στέκονται πλάι πλάι στην αναγνωσιμότητά τους, «κλέβουν» δημοσιογραφικά ταλέντα, μετρούν τα Pulitzer που τους αντιστοιχούν, κυνηγούν τις ίδιες ειδήσεις και τις αναδεικνύουν με παρόμοιο τρόπο. Καμιά φορά, όπως στα Pentagon Papers, η μια εφημερίδα συνεχίζει το έργο της άλλης σε τέτοιο βαθμό που, σχεδόν μισό αιώνα μετά, το Χόλιγουντ επιλέγει να φτιάξει μια ταινία που δεν αφορά αυτόν που έκανε την αποκάλυψη, αλλά εκείνον που την συνέχισε.

Όταν η Post βρέθηκε στα όρια του κλεισίματος, οι Νεοϋορκέζοι παρακολουθούσαν την ιστορία από απόσταση –καμία φορά, στις σελίδες τους εμφανίζονταν άρθρα για την σημασία της πολυφωνίας και την ανάγκη οι μεγάλες εφημερίδες να ανακτήσουν την παλιά τους αίγλη. Ακόμα πιο σπάνια, οι γνώμες αυτές (πάντα γνώμες, ποτέ ρεπορτάζ) μιλούσαν ανοιχτά υπέρ της Post. Η εξαγορά της από τον Jeff Bezos, τον «κύριο Amazon», δεν άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού, το έκανε, όμως, ακόμα πιο ανταγωνιστικό.

Και ύστερα ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι Times έγιναν από τις πρώτες εφημερίδες που κέρδισαν τον τίτλο των «fake news», ενώ η Post, από την νίκη του Ρεπουμπλικάνου υποψηφίου και έπειτα κυκλοφορεί με υπότιτλο «η Δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι» -σε περίπτωση που είχε κάποιος αμφιβολία για την στάση που θα κρατούσαν αμφότερες απέναντι στην καθημερινή αθλιότητα του Προέδρου. Ο Τραμπ, πιστός στις ανάγκες της εποχής που και ο ίδιος δημιούργησε, προσπαθεί να βρει τρόπους να διαλύσει τα ΜΜΕ που του αντιστέκονται: κόβει την πρόσβαση των δημοσιογράφων στον Λευκό Οίκο, καταφέρεται προσωπικά εναντίον διευθυντικών στελεχών, διαψεύδει ειδήσεις που επιβεβαιώνονται με μαρτυρίες ή ηχητικά –κάνει, με άλλα λόγια, τα αδύνατα δυνατά για να καταστρέψει την αξιοπιστία τους, προκειμένου να πείσει τους Αμερικάνους πως μόνο ο ίδιος (και το Fox News) μπορούν να τους ενημερώνουν σωστά για το τι συμβαίνει.

Αυτά τα πράγματα, όμως, πουθενά δεν είναι τόσο εύκολα και έτσι ο Τραμπ πέρασε στο επόμενο βήμα. Πρώτο θύμα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την Post, καθώς ο μεγιστάνας Bezos κατέχει, μεταξύ άλλων, και το μεγαλύτερο διαδικτυακό κατάστημα σε όλον τον κόσμο –μήπως, τελικά, τοAmazon δεν πληρώνει αρκετούς φόρους; Ή, ακόμα χειρότερα, μήπως όλες οι πληροφορίες των πελατών της εταιρείας καταλήγουν στην Post, που τις πουλάει στην CIA με αντάλλαγμα αποκαλυπτικές πληροφορίες;

Στις 30 Μαρτίου, η πρώτη σελίδα των NYT, κάτω δεξιά, σε ένα μικρό κουτάκι χαρακτηριστικό του μεγάλου της σχήματος, φιλοξενεί την είδηση: «Το ξέσπασμα του Προέδρου για την Amazon μπορεί να απευθύνεται στον CEO της». Ανοίγοντας την σελίδα, το ρεπορτάζ αναφέρει πως ο Τραμπ, παρότι έχει ελάχιστη επιρροή στην απόφαση για την φορολογία και την προστασία των δεδομένων των ηλεκτρονικών καταστημάτων –checks andbalances εν δράσει-, καταφέρεται συχνά και ακατάληπτα εναντίον της Amazon: κάθε φορά που θυμώνει με όσα διαβάζει στην Post.

Αυτά συμβαίνουν στην Αμερική. Γιατί, καμιά φορά, ακόμα και οι παγκοσμίως γνωστές αλήθειες έχουν τις εξαιρέσεις τους.

Γράψτε το σχόλιο σας