Παρά τις δυσκολίες των καιρών, η ποίηση εξακολουθεί να ενδιαφέρει και να συγκινεί. Τόσο αυτούς που τη γράφουν όσο και αυτούς που την ακούν. Αυτό, άλλωστε, απέδειξε το βράδυ της Δευτέρας η πρωτοφανής προσέλευση ανθρώπων όλων των ηλικιών στους κήπους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου καθισμένοι στο γρασίδι παρακολούθησαν έναν διάλογο «εφ’ όλης της ύλης, όχι μόνο της ποιητικής, αλλά και εκείνης από την οποία τρέφεται η ποίηση» ανάμεσα στον Τίτο Πατρίκιο και την Κική Δημουλά.

Στην πρώτη γι’ αυτό το καλοκαίρι υπαίθρια εκδήλωση της σειράς του Megaron Plus, οι δύο κορυφαίοι ποιητές μίλησαν για τη θέση και τη λειτουργία της ποίησης σήμερα και συζήτησαν, μεταξύ άλλων, για τις επιρροές τους, για το θέµα του χρόνου στην ποίησή τους και στη ζωή, για τον ρόλο που παίζει πλέον το διαδίκτυο στην παραγωγή του ποιητικού λόγου, αλλά και για τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.

Την εκδήλωση σχεδίασε και συντόνισε ο πανεπιστημιακός καθηγητής και ποιητής, Νάσος Βαγενάς.

«Επειδή όλοι μας έχουμε όλα τα στοιχεία της ψυχολογίας και της ψυχοπαθολογίας, αλλά ελπίζω σε τέτοιο βαθμό που χρειάζεται για να μας ενεργοποιούν, έτσι και εγώ είμαι λίγο σαδομαζοχιστής. Γράφω λοιπόν και γιατί το απολαμβάνω και γιατί με βασανίζει» ανέφερε ο Τίτος Πατρίκιος, μιλώντας για το πώς γράφει ποίηση.

«Εγώ δεν γράφω, εννοώντας ότι δεν γράφω κάθε μέρα, ούτε κάθε δύο μέρες ούτε κάθε εβδομάδα. Δεν είμαι καθόλου συστηματική. Ξεχνάω σχεδόν ότι γράφω και μάλιστα όταν θα βγει κάποιο βιβλίο έχω μετρήσει ότι περνάνε περίπου δύο χρόνια, χωρίς να επιθυμώ να σκεφτώ έναν στίχο. Αυτό βέβαια ώς μία εποχή συνέφερε και δεν πείραζε γιατί υπήρχε καιρός. Αλλά από δω και πέρα οι διετίες δεν είναι τόσο στο χέρι μου και επομένως πρέπει να γίνω λίγο βιαστικότερη σε αυτήν την ‘ξάπλα’, να την περιορίσω» είπε η Κική Δημουλά.

Αναφερόμενος στην ποιητική έμπνευση, ο Τίτος Πατρίκιος είπε πως επί χρόνια πίστευε ότι δεν υπάρχει έμπνευση. Ότι όλα είναι μεταφυσικά κατασκευάσματα και ότι αυτό που έχει σημασία και σπουδαιότητα είναι η δουλειά. «Ο Ρίτσος έλεγε ότι αν δεν το γράψεις τουλάχιστον είκοσι φορές ένα ποίημα, δεν μπορείς να καταλήξεις αν τελείωσε ή δεν τελείωσε. Τα τελευταία χρόνια όμως έχω αρχίσει να υποπτεύομαι ότι και η έμπνευση παίζει κάποιο ρόλο, με την έννοια ότι κάποια στιγμή κάτι σου φωτίζεται πιο καθαρά απ ότι το συνηθισμένο. Σαν να πέφτει στα πράγματα μία λάμψη, αλλά αυτή λάμψη πάει χαμένη, όταν δεν κάθεσαι να την δουλέψεις. Για να είσαι καλός ποιητής πρέπει να έχεις και μία ακατάπαυστη ροπή προς την επιπολαιότητα».

«Εγώ πραγματικά δεν πιστεύω ακριβώς αυτό που λέγεται έμπνευση. Εκτός αν η έμπνευση είναι αυτή η στιγμή που αποφασίζω να καθίσω να γράψω. Δεν έχω ποτέ το θέμα όταν ξεκινάω να γράψω ένα ποίημα, δεν έχω βρει καν τίτλο. Μάλλον με πηγαίνουν οι λέξεις που προθυμοποιούνται να εμφανιστούν» είπε με τη σειρά της η Κική Δημουλά.

Στη συνέχεια οι δύο ποιητές μίλησαν για τους παράγοντες που καθόρισαν την ποίησή τους, όπως η εξορία του Τίτου Πατρίκιου στη Μακρόνησο και στον Αϊ Στράτη αλλά και η δυνατή σχέση της Κικής Δημουλά με τον άνδρα της, τον επίσης ποιητή, Αθω Δημουλά.

«Εγώ έγραφα από πολύ μικρός στιχάκια και συνεχίζω να φτιάχνω και τώρα που είμαι πάρα πολύ μεγάλος. Μου άρεσε να παίζω με τις λέξεις, όπως σε άλλα παιδιά άρεσε να παίζουν με τους βόλους. Αργότερα όταν είδα ότι αυτό είναι ποίηση, πανικοβλήθηκα. Και σκέφτηκα είναι δυνατόν εγώ ποτέ να γράψω κάτι που όχι να φτάνει αλλά να πλησιάζει τον Παλαμά, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο; Μου φαινόντουσαν απρόσιτα όλα αυτά τα πράγματα και πολλές φορές είχα πανικοβληθεί οπότε είπα καλύτερα να τα παρατήσω. Μετά ξαναγύριζα όμως» είπε ο Τίτος Πατρίκιος.

Ο Νάσος Βαγενάς προχώρησε επικαλούμενος τη θεωρία του Χάρολντ Μπλουμ για το «άγχος της επίδρασης» και ρώτησε τους ποιητές για τους ομότεχνους «προγόνους τους».

«Όλοι, όσοι υπήρξαν είναι πρόγονοί μας. Ακόμα και αυτοί που δεν διαβάσαμε ακόμα και αυτοί που δεν γνωρίσαμε. Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι γεννήθηκα μόνη μου, χωρίς να έχω όλους αυτούς τους σπόρους που προηγήθηκαν» είπε η Κική Δημουλά.

Όπως έλεγε και ο Σεφέρης «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Από μόνα τους δεν βγαίνουν» τόνισε ο Τίτος Πατρίκιος. «Ήρθε μία εποχή που ταυτίστηκα τόσο πολύ με κάποιον που από μία στιγμή και πέρα ένιωσα την ανάγκη να χειραφετηθώ ‘σκοτώνοντας’ τον πατέρα μου (τον Ρίτσο), συμβολικά βέβαια. Γιατί κάθε τόσο κάποιον πρέπει να σκοτώνουμε για να απαλλαγούμε από την κηδεμονία του, για να χειραφετηθούμε. Και από αυτήν την άποψη, έχω σκοτώσει πολλούς ανθρώπους, όπως τον Νερούντα, τον οποίο και αυτόν χρειάστηκε να τον αποτινάξω για να μπορέσω να προχωρήσω» συνέχισε.

Μιλώντας για τη περίφημη γενιά του 30 -τα επιτεύγματα της οποίας όμως αμφισβητούνται τις τελευταίες δεκαετίες- η Κική Δημουλά τόνισε: «Εγώ πάτησα πάνω σε αυτούς. Και από τον Παλαμά πέρασα και ομοιοκατάληκτους στίχους είχα και μία απελευθέρωση του στίχου πήρα από τον Ελύτη, τον οποίο αγαπούσα και τον Σεφέρη το βάθος του και το πιο στοχαστικό ύφος του παρακολουθούσα και ήθελα να το μιμηθώ. Με ευχαριστεί ότι προϋπήρξαν αυτά τα μεγέθη. Δεν τα αμφισβητώ».

«Πιστεύω πως πολλοί από τους ανθρώπους της γενιάς του 30, ήταν πολύ σφικτοί. Δεν αναγνώριζαν εύκολα τους νεότερους. Ένιωθα να μας βλέπουν, σαν ανταγωνιστές. Ελπίζω εμείς να είμαστε λίγο πιο ανοιχτοχέρηδες» είπε ο Τίτος Πατρίκιος.

Ο Νάσος Βαγενάς ζήτησε από τους ποιητές τις απόψεις τους την πτώση του επιπέδου της τεχνικής του ελεύθερου στίχου, που παρατηρείται στις σημερινές ποιητικές συλλογές και την αίσθησή του ότι ο ποιητικός λόγος έχει χάσει τη μαγεία του.

«Υπάρχει στους νέους μία εξαιρετικά μεγάλη ανυπομονησία αναγνωρίσεως. Κάνουν το λάθος να νομίζουν ότι μπορούν να καθοδηγηθούν από τους δήθεν φτασμένους. Εγώ απαντώ πάντοτε ειλικρινά σε όσους ζητούν την γνώμη μου, ότι αφού ακόμα γράφω και αφού κρίνομαι και αφού απορρίπτομαι δεν μπορώ να συμβουλεύσω. Εκείνο που συνιστώ ως σύμβουλο των νέων είναι να έχουν μεγάλη δυσπιστία, απέναντι σε αυτό που κάνουν» είπε η Κική Δημουλά.

«Βεβαίως άλλοι έχουν μια εγγενή ευχέρεια, άλλοι έχουν δυσκολίες, αλλά χωρίς τεχνική προπαρασκευή δεν βγαίνει τίποτα. Η φθορά του σημερινού ελεύθερου στίχου η οποία είναι προφανής, δεν είναι κάτι καινούριο. Κάθε τεχνοτροπία έρχεται κάποια στιγμή που φθείρεται. Και πρέπει να είναι κανείς με ανοιχτά τα μάτια ώστε να τη προσέχει αυτή τη φθορά για να την ξεπεράσει, να μην υποκύψει. Γιατί η φθορά, είναι και ευκολία. Βολεύεται κανείς μέσα στο φθαρμένο» επισήμανε ο Τίτος Πατρίκιος.

Στη συνέχεια ο Νάσος Βαγενάς τους ρώτησε πώς βιώνουν τον χρόνο την στιγμή που γράφουν ποίηση.

«Για μένα δεν υπάρχει χρόνος πραγματικά εκείνη τη στιγμή. Είναι η μόνη περίπτωση που δεν σκέφτομαι το χρόνο και δεν τον κακίζω ότι είναι λίγος. Εγώ επιχείρησα να αυξήσω το χρόνο μέσω της φωτογραφίας, να μην αφήσω τα πράγματα όλα να φύγουν. Διότι αυτό είναι ο χρόνος. Είναι ένας γεωπόνος κηπουρός των περιθωρίων, των προθεσμιών, των ορίων» ανέφερε η Κική Δημουλά.

«Εγώ ανήκω σε μία γενιά όπου το πρόβλημα του χρόνου που είχαμε, ήταν η απόρριψη του παρόντος. Απορρίπταμε το παρόν, που το θεωρούσαμε αρνητικό και κοιτάγαμε πώς να το πετάξουμε πίσω ώστε να έρθει το φωτεινό μέλλον, ή όπως έλεγαν οι Γάλλοι αριστεροί ποιητές το αύριο που τραγουδάει. Κάποτε είδα ότι ο χρόνος δεν κυβερνιέται αλλά κινείται όπως εκείνος θέλει, και τότε κατάλαβα τι σπουδαία ήταν η σκέψη εκείνη του Ηράκλειτου, ότι ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Από ‘κει και πέρα άρχισα να προσπαθώ να συμφιλιωθώ με το παρόν. Αν όχι να το ευχαριστηθώ τουλάχιστον να το ζήσω» τόνισε ο Τίτος Πατρίκιος.

Σε ό,τι αφορά το μέλλον της γραφής και της σύνθεσης της ποίησης στην ηλεκτρονική εποχή, η Κική Δημουλά είπε: «Είναι μία ιστορία που δεν τη συλλαμβάνω, γιατί εγώ πρέπει να βλέπω ένα χαρτί μπροστά μου. Είμαι τόσο εθισμένη με το να πιάνω το βιβλίο και να μυρίζω το χαρτί που δεν μπορώ να φανταστώ πως θα απολαύσω ένα ποίημα μέσα από την οθόνη».

Ο Τίτος Πατρίκιος, με τη σειρά του, δήλωσε ηλεκτρονικά αναλφάβητος. «Έχω ηδονική σχέση με το χαρτί και με την πένα. Βεβαίως υπάρχουν όλες αυτές οι τεράστιες τεχνολογικές επαναστάσεις και αλλαγές. Από την άλλη μεριά όμως, νομίζω ότι η ποίηση παραμένει πάντα ποίηση, ανεξάρτητα από την τεχνική που την μεταδίδει. Πολλές φορές κλείνουμε την ποίηση στο άσπρο χαρτί και τα μαύρα τυπογραφικά στοιχεία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την προφορικότητα της ποίησης. Χρειάζεται να διαβάζουμε ποίηση μεγαλόφωνα, να την ακούν οι άνθρωποι και να αντιδρούν. Γιατί το κριτήριο της ποίησης είναι τελικά το άκουσμά της».

Η συζήτηση είχε και πολιτική χροιά. «Θα μπορέσουμε να παραμείνουμε στην Ευρώπη;» ρώτησε ο συντονιστής «ή μετά απ’ αυτήν την κρίση θα γίνουμε μια χώρα τριτοκοσμική;» Η Κική Δημουλά είπε ότι «μόνο ένα ποίημα θα μπορούσε να απαντήσει», ενώ ο Πατρίκιος ανέφερε: «Δεν μπορώ να προφητεύσω ούτε να κάνω πολιτικά συνταγολόγια».

Αναφερόμενος στον εξαιρετικά επίκαιρο στίχο του «Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα», ο Τίτος Πατρίκιος είπε: «Όταν το δημοσίευσα, νόμιζα πως ήταν η μεγαλύτερη κοινοτοπία. Και ξαφνικά είδα ανθρώπους να ξεσηκώνονται και να με καταγγέλλουν διότι αμφισβητώ την επαναστατική δύναμη της ποίησης. Και σήμερα και πάντα θεωρώ πως οι ανατροπές των καθεστώτων γίνονται από τις κοινωνικές δυνάμεις και από τις ταξικές συγκρούσεις και όχι από τους στίχους. Τα ποιήματα λειτουργούν στις συνειδήσεις των ανθρώπων και κάνουν ακόμα μια πιο σοβαρή δουλειά. Δείχνουν και καταγγέλλουν τα καθεστώτα και τους ηγέτες τους».

Η Κική Δημουλά είχε τη Δευτέρα και τα γενέθλιά της. «Συντελέσατε στο να μην είναι ιδιαιτέρως μελαγχολική αυτή η μέρα. Διότι αλλιώς δεν θα την γιόρταζα με τίποτα. Χάρις σ’ εσάς λοιπόν είναι γελαστά τα πράγματα όλα. Ακόμη και το ογδοντάρι γελάει» είπε.

Η βραδιά έκλεισε με την ανάγνωση δύο ποιημάτων. Ο Τίτος Πατρίκιος απήγγειλε το ποίημα «Ιστορία του Λαβύρινθου» και η Κική Δημουλά διάβασε το ποίημα «Σαν να διάλεξες».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράψτε το σχόλιο σας