Θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το φορολογικό νομοσχέδιο αποσπασματικά, ξεκομμένα από τη συνολικότερη κυβερνητική πολιτική και ιδιαίτερα την οικονομική της πολιτική. Αποσπασμένο από την αντιλαϊκή καταιγίδα του προηγούμενου διαστήματος και η οποία θα κλιμακωθεί το επόμενο διάστημα με τα νέα μέτρα για τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, τον «Καλλικράτη» κ.α.
Με τα μέτρα που ήδη έλαβε η κυβέρνηση επέβαλε μια βίαιη συρρίκνωση του λαϊκού εισοδήματος, με τα νέα μέτρα στοχεύει στην κατάργηση των εναπομεινάντων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων.
Δεν πρόκειται για μέτρα αποσπασματικού χαρακτήρα. Η κυβέρνηση αξιοποιεί τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό για να επιταχύνει την υλοποίηση των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που περιλαμβάνονται στο ευρωενωσιακό σχέδιο για την ανάκαμψη της ευρωενωσιακής οικονομίας. Το οποίο και αποτελεί την προσαρμογή στις συνθήκες της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, της αντιλαϊκής στρατηγικής της Λισαβόνας.
Η κυβέρνηση διά στόματος του υπουργού Οικονομικών μιλάει για επανάσταση στη φορολογική πολιτική. Θα μιλούσαμε για φορολογική επανάσταση, αν η κυβέρνηση αμφισβητούσε την απελευθέρωση των αγορών και την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων. Σε αυτές τις συνθήκες είναι δεδομένη η φοροαποφυγή της μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας και η διαρκώς διευρυνόμενη φοροαπαλλαγή, μέσω της συνεχούς μείωσης των φορολογικών συντελεστών, των μεγάλων επιχειρήσεων.
Ποια είναι τα «μελανά» σημεία του; Κυρίως ποιους κινδύνους και αδικίες περικλείει για τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα;
Δεν πρέπει να ξεχνάμε την αύξηση του ΦΠΑ, τις αυξήσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, τα τσιγάρα και τα ποτά και την εισαγωγή του ΦΠΑ και σε άλλους τομείς των υπηρεσιών. Πρόκειται για αυξήσεις της έμμεσης φορολογίας που πλήττουν κατεξοχήν τα λαϊκά εισοδήματα. Αυξήσεις που ακυρώνουν την όποια μικρή ελάφρυνση στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων. Έχουμε επίσης την αμφισβήτηση και έμμεση μείωση στο μισό του αφορολόγητου, από τη στιγμή που το συνδέει με τις αποδείξεις, εξαιρώντας μάλιστα από αυτές, αποδείξεις που καλύπτουν πάγιες ανάγκες όπως για το ηλεκτρικό, το νερό και το τηλέφωνο.
Με τα συγκεκριμένα τεκμήρια καθιερώνει τεκμαρτά εισοδήματα, τα οποία όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην αποκάλυψη της φοροδιαφυγής αλλά προαναγγέλλουν την επιβολή φόρων σε ανύπαρκτα εισοδήματα, ειδικά σε νέους εργαζόμενους που ζουν ανεξάρτητα από τις οικογένειές τους.
Η κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης των διαφόρων επιδομάτων από τη στιγμή που δεν αυξάνεται το αφορολόγητο όριο και αυτά δεν εντάσσονται στον βασικό μισθό, θα αυξήσουν τη φορολογική επιβάρυνση των δημοσίων υπαλλήλων.
Τελικά «στριμώχνει» και αυστηροποιεί το πλαίσιο για τους έχοντες και κατέχοντες, όπως είχε δεσμευτεί η κυβέρνηση ότι θα κάνει;
Η κυβέρνηση ενώ επικαλείται ότι θέλει να στριμώξει τους έχοντες και κατέχοντες, στην πράξη τους επιβραβεύει. Διατηρεί την πλήρη απαλλαγή στο εφοπλιστικό κεφάλαιο, ενώ φορτώνει με αύξηση των φορολογικών συντελεστών τους ναυτεργάτες. Διατηρεί τα φορολογικά προνόμια σε διάφορα τμήματα του κεφαλαίου, όπως για τις χρηματοπιστωτικές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα τα επεκτείνει και σε άλλες μέσα από εκπτώσεις, για παράδειγμα των δαπανών για έρευνα και τεχνολογική καινοτομία. Μειώνει τους φορολογικούς συντελεστές των μη διανεμομένων κερδών, ενώ η ένταξη στην φορολογική κλίμακα των μερισμάτων από τα διανεμόμενα κέρδη θα πλήξει μόνο τους μικρομεσαίους.
Διευκολύνει το «ξέπλυμα χρήματος» παρέχοντας ουσιαστικά φορολογική ασυλία στον επαναπατρισμό κεφαλαίων.
Είναι αποτελεσματικό ως προς την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής;
Σε συνθήκες ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου, ύπαρξης φορολογικών παραδείσων, τραπεζικού απορρήτου, φορολογικού ανταγωνισμού και εξωχώριων εταιρειών, η κυβέρνηση υποκριτικά κηρύσσει «πόλεμο» στη φοροδιαφυγή, τη στιγμή μάλιστα που διευρύνει την «νόμιμη» φοροαπαλλαγή του μεγάλου κεφαλαίου.
Θα αποδειχθεί και αυτός ο «πόλεμος», όπως και οι προηγούμενοι, ένα νέο κυνήγι μαγισσών σε βάρος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, σε βάρος των ελευθεροεπαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων. Θα έχουμε νέα επιβάρυνση στο όνομα της αποπεράτωσης, ενώ ο λογιστικός προσδιορισμός του εισοδήματος των επαγγελματιών δεν πρόκειται να οδηγήσει σε καμία φορολογική δικαιοσύνη αν δεν συνοδεύεται με την αύξηση του αφορολόγητου ορίου και κατάργηση της έμμεσης φορολογίας στα είδη λαϊκής κατανάλωσης.
Κατηγορία που δέχθηκε η κυβέρνηση είναι ότι το νομοσχέδιο «στραγγαλίζει την οικονομία» παγώνοντας την αγορά και δεν δημιουργεί καμία προοπτική ανάπτυξης. Από την πλευρά της η κυβέρνηση λέει ότι η μείωση της φορολόγησης των μη διανεμόμενων κερδών γίνεται ακριβώς για να δημιουργηθούν επενδύσεις και επομένως νέες θέσεις εργασίας. Ποια είναι η άποψη σας;
Η κυβέρνηση στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης προσφέρει νέα φορολογικά προνόμια στους κεφαλαιοκράτες, στις μεγάλες επιχειρήσεις. Μια ανάπτυξη που τα προηγούμενα χρόνια την πλήρωσαν πολύ σκληρά οι εργαζόμενοι, μια ανάπτυξη που οδήγησε στην κρίση που βιώνουμε σήμερα. Αλλά και η όποια νέα ανάπτυξη δεν θα βελτιώσει τη θέση των λαϊκών στρωμάτων όσο ο κοινωνικά παραγόμενος πλούτος ιδιοποιείται από μια χούφτα σφετεριστές, τους ιδιοκτήτες των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τους μεγαλομετόχους των επιχειρήσεων.
Ποιες ρυθμίσεις θα έπρεπε κατά την γνώμη σας να περιλαμβάνει ένα φορολογικό νομοσχέδιο, ώστε να προωθεί την ανάπτυξη;
Για το ΚΚΕ η ανάπτυξη δεν είναι απλά μια τεχνοκρατική διαδικασία που αφορά ορισμένους δείκτες. Έχει κοινωνικό περιεχόμενο και το οποίο καθορίζεται από την απάντηση στο ερώτημα: ανάπτυξη για ποιον; Για τα κέρδη ή για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών;
Το ΚΚΕ απαντάει με σαφήνεια ότι η ανάπτυξη πρέπει να έχει ως μοναδικό κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Αυτό προϋποθέτει την κοινωνική ιδιοκτησία στα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, στον παραγωγικό συνεταιρισμό για τους μικροϊδιοκτήτες, τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό – λαϊκό έλεγχο.
Αυτή η λαϊκή οικονομία προϋποθέτει την λαϊκή εξουσία, δηλαδή την ανατροπή της σημερινής εξουσίας.
Δριμεία κριτική δέχθηκε η κυβέρνηση και για καθυστέρηση στην κατάθεσή του, αλλά και σειρά αλλαγών που προκαλούν -αν μη τι άλλο- σύγχυση στους πολίτες και στην αγορά. Από την πλευρά της η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια σοβαρή μεταρρύθμιση του φορολογικού σαφώς απαιτεί χρόνο, και εμφανίζει την υιοθέτηση αλλαγών ως απόδειξη ότι ακούει την κοινωνία και τις επαγγελματικές ομάδες. Τι απαντάτε σε αυτό;
Πρόκειται για αποπροσανατολιστική κριτική που επιδιώκει να αποκρύψει την ουσιαστική συμφωνία με την πολιτική της κυβέρνησης στα ζητήματα του φορολογικού. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση αξιοποιεί τη λεγόμενη κοινωνική διαβούλευση και τις διάφορες μικροτροποποιήσεις για να νομιμοποιήσει στη λαϊκή συνείδηση το αντιλαϊκό φορολογικό νομοσχέδιο.
Ποιες αλλαγές θα προτείνετε ως αναγκαίες στην συζήτηση του φορολογικού;
Οι προτάσεις τους ΚΚΕ για την φορολογία δεν χωράνε στο πλαίσιο του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Δεν το θεωρούμε βάση για συζήτηση.
Θεωρούμε ότι τα φορολογικά έσοδα πρέπει να επιβαρύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις, την μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία. Ζητάμε:
Την κατάργηση των φορολογικών απαλλαγών για το μεγάλο κεφάλαιο, όπως το εφοπλιστικό κ.α. Να ανέβει ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησής του στο 45%.
Την κατάργηση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, ειδικός φόρος κατανάλωσης) στο πετρέλαιο θέρμανσης και αγροτικής κίνησης, στα είδη διατροφής, εκπαίδευσης, υγείας και στα οικιακά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, ύδρευσης, και τηλεπικοινωνιών.
Την αύξηση του αφορολογήτου οικογενειακού ορίου στις 40.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί.
Την αναγνώριση των λογιστικών βιβλίων ως μοναδική πηγή προσδιορισμού του εισοδήματος των ΕΒΕ.