Νόμιμη η κρατική ενίσχυση 4,85 εκατ. ευρώ που έλαβε το 2002 η Ολυμπιακή
Το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάσισε ότι ορθώς η Ολυμπιακή έλαβε το 2002 κρατική ενίσχυση ύψους 4,85 εκατ. ευρώ για να αντισταθμίσει τις ζημιές που υπέστη μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2001.
Το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάσισε, την Τετάρτη, ότι ορθώς η Ολυμπιακή έλαβε το 2002 κρατική ενίσχυση ύψους 4,85 εκατ. ευρώ για να αντισταθμίσει τις ζημιές που υπέστη μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2001.
Έτσι, ακύρωσε απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2006, η οποία περιόριζε το ύψος της ενίσχυσης στο 1,96 εκατ. ευρώ.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Κατόπιν των τρομοκρατικών υποθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε μια ανακοίνωση σχετική με τις επιπτώσεις τους στον κλάδο των αερομεταφορών. Με την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη του απρόβλεπτου χαρακτήρα των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου, θα μπορούσε βάσει των διατάξεων του κοινοτικού Δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων να επιτραπεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η αποζημίωση των αεροπορικών εταιριών εκ μέρους των αρμοδίων κρατικών αρχών των χωρών της ΕΕ για τις δαπάνες που προκάλεσε το κλείσιμο του αμερικανικού εναέριου χώρου επί τέσσερις ημέρες (από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001), καθώς και για το πρόσθετο κόστος ασφάλισης.
Το 2002, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης υπέρ της εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες (ΟΑΥ):
Η αποζημίωση αυτή αφορούσε στην απώλεια εσόδων από τη μεταφορά επιβατών και φορτίου, τις δαπάνες λόγω της καταστροφής ευπαθών εμπορευμάτων, τις πρόσθετες δαπάνες ελέγχων ασφαλείας, τις δαπάνες λόγω της ματαίωσης (εν πτήσει) του δρομολογίου Αθήνα-Νέα Υόρκη και λόγω της ματαίωσης της πτήσεως επιστροφής στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, τις δαπάνες λόγω της προσγείωσης και παραμονής στο Χάλιφαξ (από 11 έως 15 Σεπτεμβρίου 2001) της αρχικά προβλεπόμενης πτήσης με προορισμό το Τορόντο, τις δαπάνες πραγματοποίησης των εκτάκτων πτήσεων επαναπατρισμού («ferry flights») στις 18, 20 και 26 Σεπτεμβρίου 2001 και, τέλος, τις δαπάνες λόγω υπερωριών των εργαζομένων καθώς και τις δαπάνες αυξημένης ασφάλειας.
Κατόπιν αυτού, το ποσό των 4.827.586,21 ευρώ καταβλήθηκε από το ελληνικό Δημόσιο στην OAY τον Ιούλιο του 2002. Το 2006, ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η κρατική ενίσχυση της Ελλάδας προς την Ολυμπιακή συμβιβαζόταν με το ευρωπαϊκό Δίκαιο για την κοινή αγορά, όσον αφορά την αποζημίωση, μόνο μέχρι το ποσό των 1.962.680 ευρώ.
Το ποσό αυτό αφορούσε τη ματαίωση των επτά πτήσεων μετ επιστροφής με προορισμό τη Νέα Υόρκη, το Τελ Αβίβ, το Τορόντο μέσω Μόντρεαλ και τη Βοστόνη, την προσγείωση και την παραμονή στο Χάλιφαξ της αρχικά προβλεπόμενης πτήσης με προορισμό το Τορόντο και τη ματαίωση (εν πτήσει) του δρομολογίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Αντιθέτως, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ματαιώσεις των πτήσεων της 15ης και 16ης Σεπτεμβρίου 2001, καθώς και οι «ferry flights», αποτελούσαν έμμεσες μόνο συνέπειες των τρομοκρατικών επιθέσεων. Έτσι, διέταξε την επιστροφή από την ΟΑΥ προς το ελληνικό Δημόσιο κάθε ποσού καταβληθείσας ενίσχυσης που υπερέβαινε τα 1.962.680 ευρώ.
Στη συνέχεια, η OAY ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής και έβαλε κατά της εκτίμησης της ότι καμία ζημία προκληθείσα μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001 δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Στην απόφαση που έλαβε την Τετάρτη το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι αυτή καθαυτή η απόφαση της Επιτροπής αναφέρει ότι όχι μόνον οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά και το κλείσιμο του αμερικανικού εναερίου χώρου (από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2001), αποτελούν έκτακτο γεγονός.
Κατά συνέπεια, τονίζει το Πρωτοδικείο, «μια ενίσχυση που σκοπεί στην αποκατάσταση ζημίας σημειωθείσας μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά τελούσας σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το έκτακτο γεγονός, και υπολογιζόμενη με ακρίβεια, πρέπει να κριθεί σύμφωνη με την κοινή αγορά». Εξάλλου, τονίζει ότι «η ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ του εκτάκτου γεγονότος και της προκληθείσας ζημίας δεν προϋποθέτει τη σύγχρονη επέλευσή τους».
Κατόπιν αυτών, το Ευρωπαϊκό Πρωτοδικείο ανακοίνωσε ότι ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά την αποζημίωση λόγω της ματαίωσης, στις 15 Σεπτεμβρίου 2001, της πτήσης με προορισμό το Τορόντο, με την αιτιολογία ότι τα στοιχεία στα οποία το κοινοτικό όργανο στήριξε την εκτίμησή του περί έλλιίψης αιτιώδους συναφείας δεν δικαιολογούν την εκτίμησή του.
Τέλος, το Πρωτοδικείο ανακοίνωσε πως ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά τις ζημίες που υπέστη η OAY στο εκτός Βορείου Ατλαντικού και Ισραήλ δίκτυό της (περίπου 1.212.000 ευρώ), αφενός, και την απώλεια εσόδων από τη μεταφορά φορτίου και άλλες προκληθείσες δαπάνες, αφετέρου, που ανέρχονται σε 500.000 ευρώ.
Χατζηδάκης: Ελπίζει σε λύση μέχρι το τέλος του 2008
Η Ολυμπιακή βρίσκεται επί πολλά έτη σε βαθιά κρίση, παραδέχθηκε ο υπουργός Μεταφορών Κωστής Χατζηδάκης, προσθέτοντας πως «δεν πείθουν κανένα όσοι υποστηρίζουν ότι η κρίση δημιουργήθηκε τους τελευταίους μήνες».
Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ο κ. Χατζηδάκης επανέλαβε ότι η διοίκηση της ΟΑ κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να μειώσει σημαντικά τις συνέπειες της κρίσης, ενώ απο την πλευρά της η κυβέρνηση καταβάλει προσπάθεια να δώσει λύση στο θέμα της Ολυμπιακής, μέχρι τέλος του 2008, όπως έχει υποσχεθεί.
Περιμένουμε απ όλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους, τόνισε ο κ. Χατζηδάκης και χαρακτήρισε «περίεργο» το γεγονός ότι χθες, Τρίτη, χάλασαν συγχρόνως τρία αεροσκάφη, με αποτέλεσμα να ματαιωθούν αρκετές πτήσεις.
«Μετά τις απαράδεκτες συνεχείς απώλειες από την Ολυμπιακή «slot» σε ξένα αεροδρόμια (Λονδίνο, Φρανκφούρτη, Μόναχο) αξίας πολλών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ήρθαν καινούργιες αδικαιολόγητες ακυρώσεις δρομολογίων του εθνικού μας αερομεταφορέα προς Φρανκφούρτη, Βουκουρέστι, Ντουμπάι και Θεσσαλονίκη (Τετάρτη και Παρασκευή)» σχολίασε τις δηλώσεις Χατζηδάκη ο υπεύθυνος Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής του ΣΥΝ Παναγιώτης Λαφαζάνης.
«Αυτά που συμβαίνουν με τη διαχείριση της Ο.Α. είναι πρωτοφανή, ανεπίτρεπτα και εγκληματικά ενώ προκαλούν την γενική οργή και αγανάκτηση. Ο κ. Χατζηδάκης και συλλογικά η κυβέρνηση είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για το κλιμακούμενο, προμελετημένο και καλά σχεδιασμένο εθνικό και πολιτικό έγκλημα συρρίκνωσης, απαξίωσης και ξεπουλήματος της Ολυμπιακής Αεροπορίας.» προσέθεσε.