Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
in.gr

Tubular Bells 2003 [DVD-Audio] – Κριτική

Οι διάσημες «σωληνωτές καμπάνες» του Mike Oldfield επιστρέφουν ύστερα από τριάντα χρόνια, ηχογραφημένες εκ νέου και συνοδευόμενες από μια συγκλονιστική και ανεπανάληπτη πολυκάναλη μείξη. Το «Tubular Bells» ανήκει στην κατηγορία των έργων που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Ελάχιστες συνθέσεις του παγκόσμιου μουσικού ρεπερτορίου είναι τόσο γνωστές και αγαπημένες στο πλατύ κοινό όσο οι μαγευτικές και […]

Οι διάσημες «σωληνωτές καμπάνες» του Mike Oldfield επιστρέφουν ύστερα από τριάντα χρόνια, ηχογραφημένες εκ νέου και συνοδευόμενες από μια συγκλονιστική και ανεπανάληπτη πολυκάναλη μείξη.
Το «Tubular Bells» ανήκει στην κατηγορία των έργων που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Ελάχιστες συνθέσεις του παγκόσμιου μουσικού ρεπερτορίου είναι τόσο γνωστές και αγαπημένες στο πλατύ κοινό όσο οι μαγευτικές και πρωτοποριακές για την εποχή τους «Σωληνωτές Καμπάνες» του Άγγλου πολυοργανίστα Mike Oldfield που άλλαξαν τη ροή της σύγχρονης μουσικής και έθεσαν τα θεμέλια για τη δημιουργία του πασίγνωστου επιχειρηματικού κολοσσού που ακούει στο όνομα Virgin. Το «Tubular Bells» κυκλοφόρησε στις 25 Μαΐου του 1973 και έμελλε να γίνει ο πιο επιτυχημένος ορχηστικός δίσκος όλων των εποχών, με πωλήσεις που έχουν υπερβεί κατά πολύ τα 20 εκατομμύρια αντίτυπα. Αυτό πάντως που εντυπωσιάζει στην περίπτωση του «Tubular Bells» είναι οι καθολικά διθυραμβικές κριτικές που έλαβε από την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του. Ελάχιστα έργα εξυμνήθηκαν και αγαπήθηκαν τόσο πολύ από το σύνολο των κριτικών που δεν συνηθίζουν να χαρίζουν τόσο πλουσιοπάροχα τα επαινετικά τους σχόλια και ως επί το πλείστον είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στις κρίσεις τους για τις δουλειές των πρωτοεμφανιζόμενων καλλιτεχνών. Πόσο μάλλον όταν επρόκειτο για ένα σχετικά δύσκολο, πολύπλοκο και μεγάλης διάρκειας έργο που δεν ακολουθούσε καμία συμβατική νόρμα της εποχής (αλλά και γενικότερα) και το οποίο απαιτούσε πολλαπλές ακροάσεις για να κατανοήσει κανείς τη δομή του και να είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη ροή των θεμάτων του.
Ο διάσημος ραδιοφωνικός παραγωγός John Peel το έπαιζε ολόκληρο στο πρόγραμμά του και το εκθείαζε λέγοντας ότι «είναι ο καλύτερος δίσκος που έχει ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ένας δίσκος που καλύπτει νέους και ανεξερεύνητους μουσικούς δρόμους». Τα μουσικά περιοδικά το συνέκριναν με τις δουλειές των κλασικών συνθετών -σε ό,τι αφορά τόσο το ύφος όσο και την ποιότητα-, ενώ σε ένα από αυτά γράφτηκε ότι «είναι το πρώτο πραγματικά επαναστατικό μουσικό έργο στην ιστορία από κάποιον συνθέτη που ανήκει στους κύκλους της ροκ μουσικής». Επομένως, ήταν αναμενόμενο να κερδίσει το βραβείο Grammy του 1974 στην κατηγορία της «Καλύτερης Ορχηστικής Σύνθεσης», αν και συνήθως η ουσιαστική επιβράβευση έρχεται με τον καιρό, κάτι που στην περίπτωση του «Tubular Bells» ισχύει και μάλιστα με το παραπάνω. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαχρονικότητάς του αποτελούν τα λόγια που έγραψε το 1996 ο Paul Fowles στο περιοδικό Classical Guitar: «… Το Tubular Bells είναι το ροκ ισοδύναμο της Ενάτης Συμφωνίας του Beethoven. Δεν υπήρχε κανένα άμεσο προηγούμενο και δεν έχει εμφανιστεί τίποτε παρόμοιο από την ημέρα της κυκλοφορίας του». Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, συνεχίζει να μας απασχολεί, να μας συγκινεί και, κυρίως, να μας εκπλήσσει με τις διασκευές και τις επανεκδόσεις του, με πιο πρόσφατη και αξιοσημείωτη την ολοκαίνουργια ηχογράφησή του που πέρσι βγήκε σε CD και φέτος κυκλοφορεί σε ένα χορταστικό DVD-Audio, το οποίο μεταξύ άλλων περιέχει την καλύτερη ίσως πολυκάναλη μείξη που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ.

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ:
Το «Tubular Bells» δεν είναι ένα συνηθισμένο έργο και η μουσική του δύσκολα εντάσσεται σε συγκεκριμένες και περιοριστικού τύπου κατηγορίες: Μια ατμοσφαιρική και μινιμαλιστική σύνθεση 49 λεπτών (χωρισμένη σε δύο μέρη των 25 και 24 λεπτών) με διαρκείς εναλλαγές και έντονα δυναμικά περάσματα, που βασίζεται στις κάθε λογής κιθάρες και συνδυάζει στοιχεία, ρυθμούς και ηχοχρώματα της ροκ, της φολκ και της κλασικής μουσικής. Ο ήχος του είναι σύγχρονος, αλλά η τεχνοτροπία του ακολουθεί τη φόρμα της κλασικής συμφωνίας. Έτσι, παρακολουθούμε την προοδευτική ανάπτυξη ενός βασικού μοτίβου μέσα από μια σειρά θεματικών ενοτήτων διαφορετικού ύφους και συνεχώς μεταβαλλόμενων ρυθμικών αξιών, κατά τη διάρκεια των οποίων εισάγονται ολοένα και καινούργιες δευτερεύουσες μελωδίες στα πρότυπα του Bach, που οδηγούν σε ένα θριαμβευτικό ή καθαρτικό φινάλε. Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι όπως συμβαίνει και με εκατοντάδες άλλα έντεχνα και μεγάλης διάρκειας έργα όπως, για παράδειγμα, οι κλασικές συμφωνίες, η οικειότητα της μεγάλης μάζας του κόσμου με το «Tubular Bells» περιορίζεται συνήθως στον τίτλο και στο πασίγνωστο θέμα της εισαγωγής του: Μια απλή και υπνωτιστική μελωδία διάρκειας δύο μέτρων που κινείται σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υπέρμετρη χαλαρότητα και την αβάσταχτη αγωνία. Αυτή η διττή φύση της μελωδίας και η συνεχής υποβόσκουσα ένταση που δεν δείχνει να καταλήγει σε μια ξεκάθαρη λύση οδήγησαν το σκηνοθέτη William Friedkin να τη χρησιμοποιήσει ως μουσική υπόκρουση για το άνοιγμα του διάσημου θρίλερ «Ο Εξορκιστής».
Η ιστορία επιφύλαξε στο «Tubular Bells» μια θριαμβευτική πορεία, αφού είναι η μοναδική σύνθεση μακράς διαρκείας που έχει γνωρίσει τόσες διαφορετικές εκτελέσεις και διασκευές από τον ίδιο το δημιουργό της. Η πρώτη από αυτές κυκλοφόρησε στις 17 Ιανουαρίου του 1975 με τον τίτλο «The Orchestral Tubular Bells» και αφορούσε στην εκτέλεσή της (με τον Oldfield στην κλασική κιθάρα) από τη συμφωνική ορχήστρα Royal Philharmonic Orchestra υπό τη διεύθυνση του David Bedford. Έπειτα από λίγους μήνες πραγματοποιήθηκε η τετραφωνική μείξη (quadraphonic) του αρχικού δίσκου που αρχικά περιλήφθηκε στην τετραπλή συλλογή «Boxed» του 1976 (σε βινύλιο), ενώ πριν από τρία χρόνια βγήκε σε υβριδικό SACD. Στις 31 Αυγούστου του 1992 ξεκίνησε ο κύκλος των διασκευών με την έκδοση του «Tubular Bells II» που ακολουθούσε πιστά τη μουσική δομή του πρωτότυπου, είχε αψεγάδιαστη και μοντέρνα παραγωγή, πιο δυναμικό και ευχάριστο ήχο, και ανέβηκε κατευθείαν στο νούμερο ένα των επιτυχιών της Βρετανίας. Σε αυτό συνέβαλε και η μαγευτική ζωντανή του εκτέλεση στο κάστρο του Εδιμβούργου, η οποία προβλήθηκε από την τηλεόραση και στη συνέχεια κυκλοφόρησε σε VHS. Έξι χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα στις 28 Αυγούστου του 1998, ήρθε η τρίτη συνέχεια, το «Tubular Bells III», που ήταν εμφανώς επηρεασμένο από το έντονο χορευτικό κλίμα της εποχής και περιείχε πολλές ελευθερίες σχετικά με τη ροή και το ύφος των επιμέρους μουσικών θεμάτων. Η πρεμιέρα του έργου αυτή τη φορά δόθηκε στο Λονδίνο (στο προαύλιο της Ιππικής Φρουράς των Ανακτόρων) και η συναυλία βγήκε αρχικά σε VHS και στη συνέχεια σε DVD-Video που περιέχει και τη συναυλία του «Tubular Bells II». Το «The Millennium Bell» του 1999 διατηρεί μόνο επιφανειακές και κατ’ όνομα συγγένειες με το αρχικό «Tubular Bells», αλλά συνοδεύτηκε από μια ενδιαφέρουσα συναυλία που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο στο πλαίσιο των εορτασμών για την αλλαγή της χιλιετίας, η οποία έχει επίσης κυκλοφορήσει σε DVD-Video.

«TUBULAR BELLS 2003-Η ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»:
Η περίπτωση του «Tubular Bells 2003» είναι ιδιάζουσα, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα και πιστή -νότα προς νότα- εκτέλεση του αυθεντικού έργου, η οποία σίγουρα χρήζει διευκρινήσεων. Το εγχείρημα δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά της σύγχρονης μουσικής και προέκυψε από τη διαρκή εμμονή του περφεξιονίστα Oldfield να μεταφέρει στον κόσμο την απόλυτη εκδοχή αυτού του μνημειώδους έργου. Η αρχική ηχογράφηση είχε γίνει με περιορισμένα τεχνικά μέσα και κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες και πιεστικές συνθήκες, γεγονός που οδήγησε σε ένα αποτέλεσμα που είναι αρκετά υποβαθμισμένο ηχητικά και γεμάτο από συνθετικά, εκτελεστικά και τεχνικά λάθη. Το 1998 συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την ηχογράφηση και την αρχική κυκλοφορία του «Tubular Bells» και ταυτόχρονα έληξε η ισχύς του συμβολαίου που απέτρεπε τον Oldfield από το να ηχογραφήσει ξανά την αυθεντική εκδοχή του έργου. Έτσι, δεν υπήρχαν πλέον νομικά κωλύματα και η συγκυρία της εμφάνισης των νέων ηχητικών φορμά SACD και DVD-Audio, καθώς και της συμπλήρωσης τριών δεκαετιών από την πρώτη έκδοσή του έδωσαν το πράσινο φως για την υλοποίηση του πολύχρονου ονείρου του.
Η διαδικασία ξεκίνησε στα μέσα Ιουνίου του 2002 και ολοκληρώθηκε στην ώρα της ώστε ο δίσκος να κυκλοφορήσει στις 25 Μαΐου του 2003 (σε CD). Ο συναισθηματικός παράγοντας είναι φυσικό να επηρεάζει την κρίση μας υπέρ της πρωτότυπης έκδοσης, αλλά αυτή ούτως ή άλλως υπάρχει, έχει λάβει τη θέση της στην ιστορία και δεν περνάει στο περιθώριο. Το «Tubular Bells 2003» πάντως προσφέρει μια άποψη του έργου που είναι πιο φιλική στα αφτιά των νέων που έχουν μεγαλώσει με τον ψηφιακό ήχο. Ο ήχος είναι πεντακάθαρος, τα όργανα κρυστάλλινα και η μείξη έχει μια δυναμική και μια λογική που σαφώς απουσίαζαν από την προ τριακονταετίας έκδοση. Όλες οι μελωδίες είναι πλέον ευδιάκριτες, η ροή τους είναι πιο σαφής και τα επίπεδα της ορχήστρας ξεκαθαρίζουν, επιτρέποντάς μας να διεισδύσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στην κατά στιγμές πλούσια ενορχήστρωσή του. Ιδιαίτερα οι ακουστικές και οι κλασικές κιθάρες λάμπουν, ενώ ο όγκος και η μεγαλύτερη ένταση του μπάσου τού προσδίδουν μια μεγαλοπρέπεια που την είχε ανάγκη για να ξεχωρίσει και να καταφέρει να θεμελιώσει στιβαρά την υπόλοιπη ορχήστρα.
Με την είσοδο όμως του 2004 βγήκε στην αγορά η απόλυτη έκδοσή του σε DVD-Audio που, εκτός από τη στερεοφωνική εκδοχή του σε 24bit/48kHz και Dolby Digital 2.0, περιέχει επίσης την πολυκάναλη μείξη του 5.1 σε PCM 24bit/48kHz, Dolby Digital και DTS, δύο βίντεο με αποσπάσματα συνολικής διάρκειας 13 περίπου λεπτών από τις συναυλίες των «Tubular Bells II» και «Tubular Bells IIΙ», καθώς και 42 λεπτά από τα αυθεντικά demo του «Tubular Bells» που είχε πραγματοποιήσει μόνος του ο Oldfield και όταν ακόμη η μη ολοκληρωμένη σύνθεση είχε τον τίτλο Opus I. Ωστόσο, η ουσία της έκδοσης βρίσκεται στην ύπαρξη και πάνω όλα στο περιεχόμενο της πολυκάναλης μείξης. Ακόμη και αν κάποιος δεν ενθουσιαστεί με την καινούργια ηχογράφηση του «Tubular Bells», δεν μπορεί παρά να μείνει με το στόμα ανοιχτό και με τα αφτιά τεντωμένα στο πρώτο άκουσμα αυτής της πολυκάναλης μείξης που είναι πέρα για πέρα συγκλονιστική, αποθεωτική και απέχει πολύ από καθετί που έχουμε μέχρι στιγμής ακούσει. Είναι τόσο επαναστατική που ίσως ξενίσει πολλούς οι οποίοι ενδεχομένως να εγείρουν ενστάσεις, θεωρώντας ότι ο Mike Oldfield το παρακάνει και ότι αποσπάει την προσοχή του ακροατή από τη μουσική προς χάρη του εντυπωσιασμού. Ίσως μια ελαφρά πιο συντηρητική προσέγγιση (όπως ήταν, για παράδειγμα, η τετραφωνική του SACD) να κατάφερνε να κερδίσει μεγαλύτερο ποσοστό των ακροατών, μόνο που σε αυτή την περίπτωση δεν θα είχαμε να κάνουμε με το πρωτοποριακό «Tubular Bells», αλλά με ένα συνηθισμένο έργο.
Τα λόγια αποδεικνύονται ανεπαρκή για να περιγράψουν αυτή την ανεπανάληπτη ηχητική εμπειρία. Το ηχητικό πεδίο είναι ενιαίο και ο ακροατής τοποθετείται στο κέντρο της δράσης, με τα όργανα να κινούνται σε αρκετές περιπτώσεις γύρω του, αλλάζοντας θέσεις και προκαλώντας διαρκώς τις αισθήσεις μας. Μια πιο προσεκτική ακρόαση θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε ότι καμία κίνηση δεν γίνεται τυχαία και ερήμην του ρυθμού, ενώ όλες οι θέσεις των οργάνων βοηθούν στο να διαχωριστούν οι μελωδίες, να ενισχυθούν οι ρυθμοί και να προστεθεί ένα νέο ενορχηστρωτικό δεδομένο (αυτό του χώρου), που απογειώνει τη μουσική και τα συναισθήματά μας σε νέα ύψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εισαγωγή όπου το γκλόκενσπιλ και το μπάσο κατέχουν αντιδιαμετρικές θέσεις και γυρίζουν συνεχώς γύρω μας, ενισχύοντας αυτή την τόσο χαρακτηριστική υπνωτιστική αίσθηση της μελωδίας, ενώ στο φινάλε οι κιθάρες στήνουν ένα απίστευτο χορευτικό ανάμεσα στα ηχεία, λες και είμαστε μέσα σε ένα τρελό γαϊτανάκι που μας συμπαρασύρει στον ξέφρενο ρυθμό του. Είναι στιγμές που έχεις την αίσθηση ότι μέσα στο χώρο ακρόασης έχει αναπτυχθεί ένα ηχητικό πέπλο που καλύπτει κάθε σπιθαμή του και το οποίο πάλλεται συνεχώς δημιουργώντας κυματισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόμη και στον κάθετο άξονα. Κάθε δευτερόλεπτο μας επιφυλάσσει και μια έκπληξη, ενώ η συνολική εμπειρία συγκρίνεται με ένα περιβάλλον αυτοβύθισης μέσα στο οποίο κυριολεκτικά χανόμαστε, ένα ακατανόητο ταξίδι του μυαλού που αδυνατούμε να σταματήσουμε, ένα ηχητικό roller coaster από το οποίο θα κάνουμε πολύ ώρα να συνέλθουμε. Το «Tubular Bells 2003» επιτυγχάνει να μεταφέρει τις θρυλικές «Σωληνωτές Καμπάνες» στη νέα χιλιετία με μια αξιοζήλευτη φρεσκάδα και να τις μετατρέψει εκ νέου μέσω της πολυκάναλης μείξης του σε πρωταγωνιστή των ηχητικών και μουσικών εξελίξεων.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο