Παρατεταμένη θα είναι η επιβράδυνση στην Ευρώπη, εκτιμά η Εθνική Τράπεζα
H παρούσα επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να είναι πιο έντονη και με μεγαλύτερη διάρκεια από όσο αναφέρουν οι αρχικές εκτιμήσεις, επισημαίνεται στο μηνιαίο δελτίο για τη ζώνη του ευρώ που εκδίδει η Εθνική Τράπεζα.
H παρούσα επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να είναι πιο έντονη και με μεγαλύτερη διάρκεια από όσο αναφέρουν οι αρχικές εκτιμήσεις, επισημαίνεται στο μηνιαίο δελτίο για τη ζώνη του ευρώ (τεύχος Ιανουαρίου 2002) που εκδίδει η Εθνική Τράπεζα.
Στο δελτίο επιχειρείται ανάλυση των συνεπειών της σημαντικής αύξησης του ιδιωτικού χρέους στην ευρωζώνη κατά τα τελευταία τρία χρόνια σχετικά με την αναμενόμενη ανάκαμψη της οικονομίας. Οι εν λόγω επιδράσεις είναι εύλογο να επηρεάζουν με τη σειρά τους τις αποφάσεις της ΕΚΤ όσον αφορά στη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Πράγματι, αναφέρει το δελτίο, το χρέος του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια (από 82% του ΑΕΠ το 1997 σε 94% το 2001), κυρίως λόγω των χαμηλών επιτοκίων -καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό των εν λόγω δανείων επιβαρύνεται με μεταβλητό επιτόκιο- και της δημιουργίας της ενιαίας αγοράς.
Πιο αναλυτικά, ο δανεισμός των νοικοκυριών έχει αυξηθεί από 51% του διαθέσιμου εισοδήματος το 1997 σε 59% το 2001, γεγονός στο οποίο έχει συμβάλει η διόγκωση των στεγαστικών δανείων, που ευνοήθηκαν από την αυξημένη ασφάλεια όσον αφορά στην εργασία -χάρη στη μειούμενη ανεργία- και τη σχετική σταθερότητα των τιμών.
Η αύξηση του δανεισμού των επιχειρήσεων (από 40% του ΑΕΠ το 1997 σε 50% το 2001), εξάλλου, συνδέεται με το κύμα συγχωνεύσεων και εξαγορών, καθώς και με τις θετικές προσδοκίες για την κερδοφορία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δανεισμός των νοικοκυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνά το 100% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ ο δανεισμός των επιχειρήσεων αποτελεί το 42% του ΑΕΠ (26% του ΑΕΠ μέσω ομολόγων και 17% μέσω τραπεζών). Συνεπώς, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι πολύ πιο «μοχλευμένες» σε σχέση με τις αμερικανικές, σε αντίθεση με τα νοικοκυριά.
Η στροφή προς το δανεισμό άσκησε βραχυχρόνια θετικές επιδράσεις στην οικονομική ανάπτυξη, με την αύξηση των δαπανών για κατανάλωση και πάγιες επενδύσεις. Παράλληλα, συνεπάγεται και κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα, καθόσον σε περίοδο σημαντικής οικονομικής επιβράδυνσης ή ακόμα περισσότερο σε περίοδο ύφεσης, είναι δυνατόν να προκληθούν δυσκολίες αποπληρωμής των χρεών στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την πιο περιορισμένη πρόσβαση στο δανεισμό. Έτσι, οι χρηματικοί πόροι που διατίθενται για κατανάλωση και επένδυση αντιστοίχως θα συγκρατηθούν, ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα αρνητική τάση στην οικονομία.
Εστιάζοντας το ενδιαφέρον στις επιχειρήσεις, η επιδείνωση των χρηματοοικονομικών τους δεικτών, λόγω της «μόχλευσής» τους, σε συνδυασμό με την οικονομική επιβράδυνση, προκαλεί ανησυχίες, εκτιμούν οι αναλυτές της Εθνικής. Με σκοπό τη μέτρηση αυτής της επίδρασης, η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης κατασκεύασε έναν σταθμισμένο Δείκτη Χρηματοοικονομικής Κατάστασης των Επιχειρήσεων των τριών μεγαλύτερων χωρών της ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Το βασικό συμπέρασμα από τη μελέτη της πορείας του δείκτη αυτού είναι ότι εμφανίζει έντονη θετική συσχέτιση με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Παρατηρείται, επίσης, ότι ο δείκτης αυτός βρίσκεται ήδη σε χαμηλότερο σημείο συγκριτικά με την τελευταία περίοδο ύφεσης το 1992-93, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επιβράδυνση πιθανώς θα είναι παρατεταμένη.
Οι προαναφερθέντες κίνδυνοι, τονίζεται στο δελτίο, συνοψίζονται στο συμπέρασμα ότι η παρούσα επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να είναι πιο έντονη και με μεγαλύτερη διάρκεια. Κατά συνέπεια, απαιτείται η ΕΚΤ να λάβει υπόψη αυτό το ενδεχόμενο και να συνεχίσει να μειώνει τα επιτόκια.