Μεγαλύτερη προσπάθεια για το δημόσιο χρέος συνέστησε η Κομισιόν στην Ελλάδα
Εγκρίθηκε το Πρόγραμμα Σταθερότητας της Ελλάδας από την Κομισιόν, η οποία όμως συνέστησε ενίσχυση των προσπαθειών για τη μείωση του δημόσιου χρέους και επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών.
Την εκτίμηση ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει τις προσπάθειες για μείωση του δημόσιου χρέους της, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη δημοσιονομική σταθερότητα, διατύπωσε την Τετάρτη ο επίτροπος για τις νομισματικές υποθέσεις, Πέδρο Σόλμπες, μετά την εξέταση του επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας της χώρας από την Κομισιόν, το οποίο και εγκρίθηκε τελικά.
Απάντηση στις παρατηρήσεις αυτές έδωσε, μέσω του Reuters, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, Βασίλης Ράπανος: «Η μείωση του χρέους αποτελεί ήδη μία εκ των κορυφαίων προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης». Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 97,3% του ΑΕΠ το 2002 για να φτάσει το 2004 το 90%.
Συστάσεις έγιναν επίσης για την επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών και, κυρίως, την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, η οποία δεν προχώρησε το 2001.
Τι προβλέπει το Πρόγραμμα Σταθερότητας
Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα υποβλήθηκε το Δεκέμβριο του 2001 καλύπτει την περίοδο 2001 – 2004 και είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Το 2001, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους παρέμεινε ισχυρή και ανήλθε στο 4,1%, αλλά ήταν χαμηλότερη από το επίπεδο που προβλεπόταν στο πρόγραμμα σταθερότητας 2000 λόγω της γενικής επιβράδυνσης της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας.
Για την περίοδο 2002 – 2004 προβλέπεται ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 4%, έναντι πρόβλεψης 5,2% στο προηγούμενο πρόγραμμα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το 2001 οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης εμφάνισαν πλεόνασμα 0,1% του ΑΕΠ (εάν ληφθούν υπόψη τα έσοδα της τάξης του 0,4% του ΑΕΠ, από την πώληση αδειών κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενεάς (UMTS) έναντι αρχικής πρόβλεψης 0,5% του ΑΕΠ.
Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα προβλέπει για όλη την περίοδο του προγράμματος, πλεόνασμα στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, το οποίο θα ανέλθει όμως μόνο σε 1,2% του ΑΕΠ το 2004 και όχι σε 2% του ΑΕΠ όπως προβλεπόταν στο προηγούμενο πρόγραμμα.
Οι προβλέψεις αυτές δεν βασίζονται σε καμία περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή. Η βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος της γενικής κυβέρνησης οφείλεται στη μείωση των πληρωμών τόκων και δεν αναμένεται καμία περικοπή στις τρέχουσες πρωτογενείς δαπάνες. Εκτιμάται ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα υπερβεί το 6% του ΑΕΠ σε όλη την περίοδο 2002 – 2004, αλλά η τάση του θα είναι πτωτική μετά από ένα ανώτατο επίπεδο 6,4% του ΑΕΠ το 2002. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου 10 εκατοστιαίες μονάδες στο 90% του ΑΕΠ στο τέλος της περιόδου του προγράμματος.
Τα συμπεράσματα της Κομισιόν
Με βάση τη σύσταση της Επιτροπής αναμένεται ότι το Συμβούλιο θα εκδώσει επίσημη γνώμη για το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας στις 12 Φεβρουαρίου. Η σύσταση της Επιτροπής εγκρίνεται με πρωτοβουλίου του Πέδρο Σόλμπες επιτρόπου αρμόδιου για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις.
Τα κυριότερα συμπεράσματα της Κομισιόν είναι τα ακόλουθα:
* Παρά τη διεθνή οικονομική επιβράδυνση, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα διατηρήθηκε σε σχετικά υψηλά επίπεδα το 2001 και επέτρεψε την επίτευξη πλεονάσματος στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, το οποίο στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα εκτιμάται 0,1% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,5% στον προϋπολογισμό και στο προηγούμενο πρόγραμμα σταθερότητας. Αυτό οφείλεται αφενός στα χαμηλότερα από τα αναμενόμενα φορολογικά έσοδα και αφετέρου στην υπέρβαση που σημειώθηκε στις πρωτογενείς δαπάνες (κυρίως στους μισθούς και τις μεταβιβαστικές πληρωμές). Οι δύο αυτοί παράγοντες αντισταθμίστηκαν εν μέρει μόνο από τα μη προϋπολογισθέντα έσοδα της τάξης του 0,4% του ΑΕΠ, από την πώληση αδειών UMTS.
* Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας βασίζεται σε ένα μακροοικονομικό σενάριο που προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ με ετήσιο ρυθμό περίπου 4%, αισθητά χαμηλότερο από εκείνον που προβλεπόταν στο πρόγραμμα σταθερότητας 2000. Οι προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους είναι ρεαλιστικές και γενικά σύμφωνες με τις προβλέψεις της Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2001.
* Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα προβλέπει πλεονάσματα στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης σε όλη την περίοδο του προγράμματος. Πλεόνασμα εμφανίζουν στην περίοδο αυτή και οι διορθωμένες από κυκλικές διακυμάνσεις δημοσιονομικές προβλέψεις. Συνεπώς, το πρόγραμμα είναι σύμφωνο με την απαίτηση του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης για δημοσιονομικές θέσεις πλησίον της ισορροπίας ή πλεονασματικές.
* Οι προβλέψεις αυτές δεν προϋποθέτουν ωστόσο καμία πρόσθετη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης αντικατοπτρίζει πλήρως σχεδόν τη σταθερή μείωση των πληρωμών τόκων. Στην περίοδο που καλύπτει η επικαιροποίηση 2001, δεν προβλέπεται καμία σχεδόν μείωση των τρεχουσών πρωτογενών δαπανών, ούτε καθορίζονται δεσμευτικά όρια για τις δαπάνες αυτές, αντίθετα με τις συστάσεις τόσο της γνώμης του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 2001, όσο και των Γενικών Προσανατολισμών των Οικονομικών Πολιτικών του προηγούμενου έτους.
* Η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλενασμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ταχεία μείωση του ακόμα υψηλού δείκτη δημοσίου χρέους. Ωστόσο, το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί προοδευτικά, από το 6,4% του ΑΕΠ το 2002 σε 6,0% του ΑΕΠ το 2004.
* Η προβλεπόμενη μείωση του δείκτη δημοσίου χρέους είναι βραδύτερη σε σύγκριση με τις προβλέψεις του προγράμματος σταθερότητας 2000: το δημόσιο χρέος θα μειωθεί 99,6% του ΑΕΠ το 2001 σε 90% του ΑΕΠ το 2004, έναντι αρχικής πρόβλεψης 84%. Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους επηρεάζεται μόνιμα από τις διενεργούμενες χρηματοπιστωτικές πράξεις. Μέρος όμως των πράξεων αυτών δεν εγγράφεται στον προϋπολογισμό και η επακόλουθη έλλειψη διαφάνειας δημιουργεί αμφιβολίες για την ποιότητα της δημοσιονομικής προσαρμογής.
* Η ανάγκη να επιταχυνθεί η διαδικασία γίνεται ακόμα πιο επιτακτική εάν ληφθεί υπόψη ο πολύ σοβαρός κίνδυνος μελλοντικών δημοσιονομικών ανισορροπιών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αρχίσει τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, δεδομένου ότι καμία πρόοδος δεν επιτεύχθηκε στον τομέα αυτο το προηγούμενο έτος.
* Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν κεντρικό στόχο των οικονομικών πολιτικών στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα. Η αποφασιστική υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των αγορών και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.