Μία εκτέλεση της Turandot παρουσιάζει πάντοτε ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί προσφέρεται ως θέαμα, πλούσιο και εξωτικό στα μάτια «ημών των δυτικών», αλλά κυρίως για τις εξαιρετικές δυσκολίες που παρουσιάζει όχι από σκηνοθετικής, αλλά ερμηνευτικής πλευράς. Ο ρόλος της πριγκίπισσας Turandot ανέκαθεν υπήρξε μεγάλη πρόκληση για τις κορυφαίες σοπράνο του αιώνα μας. Ρόλος που απαιτεί φυσική […]
Μία εκτέλεση της Turandot παρουσιάζει πάντοτε ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί προσφέρεται ως θέαμα, πλούσιο και εξωτικό στα μάτια «ημών των δυτικών», αλλά κυρίως για τις εξαιρετικές δυσκολίες που παρουσιάζει όχι από σκηνοθετικής, αλλά ερμηνευτικής πλευράς. Ο ρόλος της πριγκίπισσας Turandot ανέκαθεν υπήρξε μεγάλη πρόκληση για τις κορυφαίες σοπράνο του αιώνα μας. Ρόλος που απαιτεί φυσική αντοχή και μεγάλη έκταση φωνής έχει αποδοθεί εξαιρετικά από τις Eva Turner, Maria Callas, Birgit Nilsson, Joan Sutherland, Eva Marton, Gwyneth Jones, Ghena Dimitrova κ.ά. Η βιντεοσκόπηση αυτής της ζωντανής παράστασης, παραγωγής του Teatro Comunale της Φλωρεντίας, έγινε στο Πεκίνο στο αυθεντικό σκηνικό της όπερας, στο παλάτι της δυναστείας των Μινγκ. Η παράσταση δεν μπορεί παρά να είναι πλούσια σε σκηνικά, κοστούμια, λήψεις κινηματογραφικές εντός και εκτός σκηνής, έντονους φωτισμούς που υποδηλώνουν τα συναισθήματα και τις καταστάσεις. Εξάλλου η Τουραντό είναι μία όπερα που επιβάλλεται να σκηνοθετηθεί και να σκηνογραφηθεί με περισσή χλιδή και πλούτο, καθώς η εικόνα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην συναισθηματική καθήλωση του θεατή. Τη σκηνοθεσία της παράστασης έχει αναλάβει ο αναγνωρισμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου από την Κίνα Zhang Yimou, γνωστός από τα έργα του «Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια», «Ζου-Ντου σιωπηλοί εραστές», ταινίες που γνώρισαν μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και εμπορική επιτυχία και στη χώρα μας. Ειδικά για τον Yimou που είναι ο σκηνοθέτης του ερωτικού πάθους, κυρίαρχη ιδέα των έργων του, το ίδιο μπορεί να πράξει και με αυτό το ιδιαίτερο έργο για τη γυναίκα που εξωτερικά μοιάζει με πάγο, μέσα της όμως η φλόγα καίει τα σωθικά. Έτσι, και τα χρώματα των φωτισμών που κυριαρχούν σε όλη την παράσταση είναι δύο: το ψυχρό μπλε-πράσινο που υποδηλώνει το σκοτάδι, τα παγερά συναισθήματα, το φόβο, αλλά και το κόκκινο που υποδηλώνει την κυρίαρχη έννοια του έργου, τον έρωτα ή το θάνατο. Ευτυχώς οι ερμηνευτές ανταποκρίνονται με άνεση στις υποκριτικές επιταγές του έργου, ίσως γιατί ο Yimou φρόντισε ώστε οι ερμηνευτές να μη μείνουν αβοήθητοι να στέκονται σαν ξύλα ή αξεσουάρ πάνω στη σκηνή. Αλλά και από μουσικής πλευράς η παράσταση αυτή παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Στη διεύθυνση ορχήστρας βρίσκεται ο Zubin Mehta ένας μαέστρος ικανός για το χειρότερο, αλλά και το καλύτερο. Εδώ ο Mehta επιτυγχάνει. Ας μη μας διαφεύγει ότι έχει ήδη στο ενεργητικό του μία εξαιρετικά επιτυχημένη ηχογράφηση της Turandot, με ένα κορυφαίο καστ (Joan Sutherland, Montserrat Caballe, Luciano Pavarotti και Nicolai Ghiaurov). Ο Mehta επιτυγχάνει να δώσει μια δυναμική ανάγνωση που δεν «καταπίνεται» από τον ανοιχτό χώρο. Οι τραγουδιστές επίσης κάνουν μια δυναμική εμφάνιση. Η Giovanna Casolla, έμπειρη στο ρεπερτόριο του Puccini, επιτυγχάνει να δώσει τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας, χωρίς βέβαια να διαθέτει το μέγεθος φωνής που είχαν άλλες μεγάλες ντίβες. Ο Sergej Larin, αρκετά πιο προικισμένος φωνητικά είναι εντυπωσιακός και ερμηνεύει την κορυφαία στιγμή του έργου, την άρια «Nessum dorma», εξαίσια. Την καλύτερη και πιο συγκινητική εμφάνιση όμως πραγματοποιεί η Barbara Frittoli, στο ρόλο της Liu, που ούτως ή άλλως είναι ιδιαίτερα αβανταδόρικος και συναισθηματικά φορτισμένος και καλοδουλεμένος. Αλλά και το έργο είναι αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον… Το τελευταίο έργο του Puccini, αυτό που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ από τον ίδιο το συνθέτη (το ολοκλήρωσε ο Franco Alfano), έμελλε να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα που συνέθεσε ποτέ. Το έργο ακούγεται πιο «φρέσκο» και «ώριμο» μουσικά, με εντυπωσιακά χορωδιακά, αλλά και τη χρήση εξωτικών ήχων που παραπέμπουν στο χώρο και τόπο που εκτυλίσσεται η πλοκή. Η πρεμιέρα δόθηκε τελικά στις 25 Απριλίου του 1926, στο Μιλάνο. Το κείμενο των Adami και Simoni από το θεατρικό έργο του Gozzi (1762) επιχειρεί και το επιτυγχάνει να δώσει στους ήρωες ψυχολογική εμβάθυνση. Η πλοκή, το θέμα, οι χαρακτήρες κρύβουν εκπλήξεις και ας φαίνονται με την πρώτη επιπόλαιη ματιά ότι έχουμε να κάνουμε με απλοϊκές ψυχολογικές καταστάσεις. Μια ψυχρή πριγκίπισσα στην Κίνα που λόγω της άτυχης ζωής κάποιας πρόγονής της αρνείται πεισματικά τον έρωτα, υποχρεώνοντας όλους του επίδοξους εραστές, να απαντήσουν σε τρία αινίγματα που τους θέτει. Αυτοί αποτυγχάνουν και εκείνη για το τόλμημά τους να αναμετρηθούν με την ψυχρή της δύναμη, τους ξεπληρώνει με… θάνατο! Σκληρή και αιμοσταγής, ψυχρή και απάνθρωπη η Turandot. Ένας μόνο θα την κερδίσει, ο Calaf, με την ειλικρίνεια, την πίστη, την τόλμη, το θάρρος και πάνω απ’ όλα την εμμονή του στο στόχο, που είναι να κερδίσει την καρδιά της. Όταν στο τέλος πρέπει να πει το όνομα του, και όλα θα τελειώσουν με το θάνατο του Κάλαφ, εκείνη αναφωνεί αποδεχόμενη την «ήττα» της, ότι το όνομά του είναι «έρωτας». Η όπερα αυτή του Puccini ισορροπεί διαρκώς στις έννοιες «έρωτας-θάνατος». Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πολύ γνώριμες έννοιες όχι μόνο στην όπερα, αλλά την τέχνη γενικότερα είτε αναφερόμαστε στη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο. «Ο έρωτας-θάνατος», «θάνατος από έρωτα» είναι γνώριμα μοτίβα. Ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου για το θάνατο βγαίνει μέσα στον έρωτα, ο έρωτας που είναι η ζωή όταν οδηγηθεί μοιραία στο τέλος του, μοιάζει με ένα «θάνατο». Στην Turandot το παιχνίδι της κατάκτησης του έρωτα, δηλαδή της πριγκίπισσας, γίνεται σκοπός ζωής για τον Calaf, που είναι έτοιμος και διαθέσιμος να θυσιάσει τη ζωή του για την καρδιά της. Η αναμέτρησή του με την ψυχρή, άτεγκτη και παράλογη στάση ζωής της Turandot θα είναι σκληρή, ανελέητη, θανάσιμη, όπως και τα αινίγματά της, που έχουν ως απάντηση συμβολικές έννοιες, «Ελπίδα, αίμα, Τουραντό», κατά όχι τυχαία σειρά ταυτόσημες, δηλαδή με το μοτίβο «έρωτας-θάνατος». Φράσεις από το λιμπρέτο υποδηλώνουν με σαφήνεια του λόγου του αληθές: «Τα αινίγματα είναι τρία, ο θάνατος όμως ένας» ή «Η ζωή είναι εδώ… Τουραντό». Ακόμη εκεί που ο Calaf λέει: «Άσε με να σε δω και να σε καταραστώ πριγκίπισσα…» ή «Επιθυμώ το θρίαμβο, επιθυμώ τον έρωτα…». Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν και ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι για να θυσιάσει κανείς το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή. Ένα μπορεί να είναι ο έρωτας ένα άλλο η «μητέρα πατρίδα». Όμως οι ηρωισμοί στην εποχή μας είναι μάλλον «ντεμοντέ». Αξίζει η θυσία για τον έρωτα που θα οδηγήσει στο θάνατο; Ίσως ναι, ίσως και όχι. Ακόμη όμως και αν δεν θέλουμε να το ζήσουμε, ευτυχώς υπάρχει η τέχνη που ούτε μιμείται, ούτε αντιγράφει τη ζωή, αλλά την ακολουθεί βήμα προς βήμα. Είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν φοβούνται. Όχι το θάνατο, αυτόν όλοι τον φοβόμαστε, αλλά τον έρωτα. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο έρωτας στο τέλος θριαμβεύει όπως και στην Turandot.